parthenis_christos
Κωνσταντίνος Παρθένης - Ο Χριστός
Picture of Theodoros papaioannou

Theodoros papaioannou

Στρατής Πασχάλης: «Η Μεγάλη Παρασκευή»

Βλέπεις, τὸ πένθος δὲν ἔχει ἐποχὴ κι εἶναι δίχως ἱεραρχία πάντα ἐπίκαιρο πάντα διακειμενικό. Τὸ πένθος εἶναι ἡ μόνη αἰωνιότητα.

Βλέπεις, τὸ πένθος δὲν ἔχει ἐποχὴ κι εἶναι δίχως ἱεραρχία πάντα ἐπίκαιρο πάντα διακειμενικό. Τὸ πένθος εἶναι ἡ μόνη αἰωνιότητα.

Επιχειρώντας να αποτυπώσει το πνεύμα μιας μεταιχμιακής εποχής – της εποχής μας, η Μεγάλη Παρασκευή του Στρατή Πασχάλη αποτελεί την εξομολόγηση ενός πλάνητος. Επίκαιρο και κρίσιμο μέσα στη μεταφυσική του, έως και πολιτικά οξύ μέσα στον ρομαντισμό του, βαρύ μες στη συχνή ρυθμική του ελαφρότητα, το έργο αποπειράται την αποδόμηση της κυρίαρχης τάσης για αποδόμηση, συνιστώντας, θα ’λεγε κανείς, μία έμμεση κριτική στον σύγχρονο πολιτισμό και τις αξίες του.

Ο Gabriel Marcel μάς εξήγησε πως «ένα πρόβλημα είναι κάτι το οποίο κάποιος το συναντά και το βρίσκει ολόκληρο ενώπιόν του, και το οποίο κάποιος μπορεί να το χειριστεί, ενώ ένα μυστήριο είναι ένα ιδιόμορφο πρόβλημα που “παραβιάζει τα ίδια του τα δεδομένα” και είναι “μεταπροβληματικό”. Σε αντιδιαστολή προς ένα “πρόβλημα”, ένα “μυστήριο” είναι κάτι στο οποίο κάποιος αναμειγνύεται προσωπικώς, και γι’ αυτό, η διάκριση μεταξύ αυτού που είναι η συνείδηση κάποιου και αυτού που βρίσκεται ενώπιόν του δεν ισχύει».[1]

Στη Μεγάλη Παρασκευή ο ποιητής επιχειρεί να ασκήσει κριτική στον άνθρωπο –και τον πολιτισμό του– που προσεγγίζει τον κόσμο, τη φύση και τον άλλον ως πρόβλημα, σαν άψυχο αντικείμενο προς ανάλυση – χειριστικά, καυτηριάζοντας, εμμέσως, την ωφελιμιστική και περιφρονητική μας στάση απέναντι σε ό,τι μας περιβάλλει.

Στη μακρά σύνθεση του πρώτου μέρους, που υπακούει στην αρχιτεκτονική της βυζαντινής παρτιτούρας-ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής, ο ποιητής-αφηγητής «θεολογεί» σαρκάζοντας, αυτοσαρκαζόμενος, παίζοντας στὸ πιάνο τῆς ἔκστασης το εμμονικό μοτίβο του ανθισμένου πένθους, για να πλαισιώσει το πάθος του αέναου επιταφίου. Κάτι μεταξύ νοσταλγικού βαλς και παραληρηματικού ρέκβιεμ, τραγούδι μακρόσυρτο – λαϊκό και στοχαστικό, με εναλλασσόμενους μουσικούς και θεατρικούς τρόπους, στο πλαίσιο του οποίου το κλασικό συνομιλεί με το παράλογο και ο λυρισμός συνδιαλέγεται με την ατονικότητα. Στο ποιητικό αυτό τοπίο, μεταξύ άλλων, ο Έλιοτ συναντά τον Τσέχοφ, ο Δάντης συνυπάρχει με τον Μαλαρμέ, ο Σολωμός και ο Σικελιανός επικοινωνούν με τον Γιουνγκ.

Σαν ειρωνική eroika για τον αντιήρωα – πολίτη της χώρας του νεκροῦ θεοῦ, η σύνθεση καταγράφει αποσπάσματα του βίου του και τα μεταγράφει σε μυθολογικό αφήγημα, χαρτογραφώντας την πορεία του σε μία εποχή δυστοπίας, την οποία και ψυχογραφεί μέσω της χρήσης μυθολογικών συμβόλων. Όταν στο προσωπικό βίωμα καθρεφτίζεται ο μύθος, το τετριμμένο γίνεται αιώνιο, το καθημερινό θρυλικό, το νόημα της ύπαρξης, από ενδοϊστορικό ζήτημα καθίσταται υπεριστορικό αίτημα, και το ανθρώπινο πρόσωπο παύει να ετεροκαθορίζεται από τα διάφορα πρόσωπα της ιστορικότητας και της εκκοσμίκευσης.

Δράμα δίχως δράμα που δεν κορυφώνεται ποτέ, η Μεγάλη Παρασκευή είναι μία πικρή σάτιρα για την κατάσταση του ανθρώπου –και του πολιτισμού του– που διάλεξε να αυτοσταυρωθεί, κι ένα δηκτικό σχόλιο για την τραγικότητα της ανθρώπινης κωμωδίας στο σύγχρονο θέατρο του υπερ-πραγματικού. Ἡ καμπάνα ὁρίζει τὸν χρόνο τοῦ Μύθου. Τὸ χτύπημα τοῦ κινητοῦ ὁρίζει τὸν χρόνο νεκρό. Το ποίημα – κρυφή προσευχή στο εικόνισμα της οδύνης την εποχή της εικονικής ηδονής και λαθραία ενόραση ενός θεού που μας κατοικεί, ερήμην μας, και κείται νεκρός στον κήπο της ψυχής μας.

Μήπως ο έρωτας συνυφαίνεται με τη σταύρωση; Και η ομορφιά –η αρχή του Τρομερού[2]– πώς με πάνκομψη βαναυσότητα φονεύει;

Τὸ κάλλος εἶναι συνένοχο στὸν ἀφόρητο πόνο τῆς ἀπώλειας τοῦ ἐαυτοῦ μέσα στὸν Ἄλλον.

Ἡ παπαρούνα ἐκείνη, τῆς φύσης ὄνειδος καὶ ντροπή. Ἴσως γι’ αὐτὸ κοκκίνιζε βαθιὰ σὰν αἷμα.

Πίσω από το σατιρικό προσωπείο υφέρπει η κριτική. Κριτική στον ρασιοναλισμό και υπεράσπιση της –θρησκευτικής– φαντασίας. Κριτική στον τεχνολογικό ντετερμινισμό και προάσπιση του μύθου που συνέχει και νοηματοδοτεί. Κριτική στον στείρο υλισμό και τον ανέραστο βιολογισμό, και πρόταξη ενός ιδεαλισμού που υπερβαίνει τον δυϊσμό – όταν ο ποιητής ενατενίζει –παράνομα– τη μυστικὴ ὥρα τῆς μὴ καταγεγραμμένης ἕνωσης, τῆς Ἕνωσης ἔξω ἀπ’ τὴ βιολογία, ἔξω ἀπ’ τὸ δρᾶμα τοῦ μελοδράματος, ἔξω ἀπὸ κάθε γενεαλογία, ὅταν δυὸ ἄνθρωποι ἑνώνονται χωρὶς νὰ ξέρουν γιατί, στὴ χημεία ὑπάκουοι τῆς Μὴ Φύσης. Ο δημιουργός, μέσω του συγκεκριμένου του έργου, μας δηλώνει έμμεσα πως, πέρα από τα δόγματα, ο μύθος μάς εμπεριέχει χωρίς να το γνωρίζουμε, όπως και η ιερότητα της ζωής και της φύσης που συνθέτουν αδιαχώριστα ύλη και ιδέα – αγνοώντας την ιδεολογία.

Επιχειρώντας να μεταγγίσει το πνεύμα του ελληνικού μυστικισμού στο σώμα της μετανεωτερικότητας, ο ποιητής, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, με τίτλο: Ο Τοίχος με την κόκκινη βουκαμβίλια, καταπιάνεται με τα ζητήματα της ελληνικότητας. Η παράδοση και οι αναφορές σε πρόσωπα, τόπους και έργα που συνιστούν υλικά και άυλα μνημεία, συνθέτουν και συστήνουν μία νοσταλγική όσο και δυναμική οντολογία, που φαντάζει ως ιδανικό καταφύγιο απέναντι στην ισοπέδωση του σύγχρονου νιχιλισμού. Ο ποιητής-αφηγητής συνεχίζει να μετουσιώνει τη ζωή σε μύθο, προσδίδοντάς της το χρώμα μιας λησμονημένης τελετουργίας. Βλέποντας τον καθημερινό άνθρωπο ως μυθολογικό ήρωα, ενδύοντας τις στιγμές με αποχρώσεις από την παλέτα των ιδεών και των συμβόλων της ελληνικότητας, αναζητά το υψηλό μέσα στο σύγχρονο. Η αίσθηση ενός μαγικά μελαγχολικού μετεωρισμού διέπει τον, ωστόσο, βαθιά ριζωμένο προβληματισμό του δημιουργού αναφορικά με τη χώρα και την ταυτότητά του: Κάτω ἀπὸ σχάρες ὑπονόμων ὑπάρχει μιὰ Ἑλλάδα. Δὲν τὴν ξέρει κανείς. «Ποῦ βρίσκομαι ἄραγε; Ποιό χῶμα πατῶ;» «Ἑλλὰς ἤ Ρωμιοσύνη;».

Ο ποιητής-αφηγητής συνεχίζει να μετουσιώνει τη ζωή σε μύθο, προσδίδοντάς της το χρώμα μιας λησμονημένης τελετουργίας.

Παρά τη σύγχυση και την παραχάραξη που η Ιστορία φέρει, το αίτημα, για τον ποιητή, είναι η αντίσταση της Ομορφιάς. Και η μνήμη μοιάζει με οδό επαναστατική σε αυτή την προσπάθεια ανοίγματος προς το αιώνιο ιδανικό.

Παρά τις διαφορές –στο ύφος, την τεχνική και το περιεχόμενο– του πρώτου μέρους –της ποιητικής σύνθεσης– από το δεύτερο με τα ποιήματα-ενότητες, το βιβλίο ως σύνολο έχει έναν σαφή στοχαστικό άξονα, ο οποίος αφορά τον σύγχρονο άνθρωπο και την υπαρξιακή του αγωνία σε μια ιλιγγιώδη εποχή μετάβασης.

Μέσα ἀπὸ τὸ ψυχρὸ προσωπεῖο τῶν ἀριθμῶν ποὺ μοῦ φόρεσαν μὲ τὴ βία γιὰ νὰ μὴν ἔχω πρόσωπο

θὰ ’θελα κάτι πιὸ ἁγνὸ ἀκόμα κι ἀπ’ τὴν ἁγνότητα, κι ἂς μὲ ποῦνε ἀναχρονιστικὸ

Η χρησιμοποίηση, από τον ποιητή, αρχαίων ή προνεωτερικών υλικών για την κατασκευή ενός σύγχρονου οικοδομήματος υπέρκειται, σαφώς, της άγονης αναπόλησης ενός ένδοξου παρελθόντος, αποτελώντας, κατά τη γνώμη μου, όχι απλώς αισθητική επιλογή αλλά και υπαρξιακή πρόταση. Με τις βάσεις τους στην αρχαία και μεσαιωνική μεταφυσική, ο κώδικας των αρχετύπων και η ποιητική του μύθου προσφέρουν μια πιο γόνιμη και βιωματική μετάφραση των εντυπώσεων της ανθρώπινης περιπέτειας μέσα στο φυσικό, κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι, συνιστώντας αυθεντικότερους τρόπους απόδοσής του – και συσχέτισης με εκείνο που εμπεριέχουμε και μας εμπεριέχει.

Όσο οξύμωρο και αν ακούγεται, αυτός ο «αναχρονισμός» –με την ποιητική αλχημεία της αφέλειάς του– χρησιμοποιείται και συστήνεται από τον δημιουργό ως μέσο χειραφέτησης και λυτρωτικής φυγής από το υπερπροστατευμένο τεχνολογικό περιβάλλον του σύγχρονου υπερπολιτισμένου κόσμου, που αμβλύνει επικίνδυνα την ευαισθησία και συρρικνώνει τον νου, προστάζοντας έμμεσα την τυφλή παραδοχή και υπακοή σε στερεότυπα που σερβίρονται ως μόνες επιλογές ζωής, σκέψης και δράσης[3], οδηγώντας στην ακύρωση του εσωτερικού ανθρώπου και τον θάνατο του θεού.

Ἀντὶ νὰ ζοῦμε ἀληθινά, μεταφράζουμε τὴ ζωὴ, ἀντὶ νὰ πεθαίνουμε πράγματι, μεταγλωττίζουμε τὸν θάνατό μας.

Ο ποιητής-αφηγητής επιμένει να ζωγραφίζει με κάθε τρόπο τον πρωταγωνιστή της εποχής – τον νεκρό θεό. Ωστόσο, το πένθιμο μινόρε, στιγμιαία, προαναγγέλλει το ματζόρε της Ανάστασης.

Δυὸ φλόγες ποὺ φιλιοῦνται εἶναι ἡ Ανάσταση. Δυὸ φλόγες ποὺ δὲν φιλιοῦνται εἶναι ἡ Μεγάλη Παρασκευή.

Αφού ο έρωτας υπάρχει και ζητά να αναστηθεί – ή να επανεφευρεθεί[4].

Θα μπορούσε, λοιπόν, να υποστηριχθεί πως η Μεγάλη Παρασκευή είναι ένα ποίημα που συνιστά κάτι σαν απόπειρα προπαρασκευής για την υπέρβαση – το ξεπέρασμα του κενού και γκρίζου μεταιχμιακού σταδίου, και για την ανάσταση του ανθρώπου και του πολιτισμού του μέσω της επανεφεύρεσης του έρωτα, όπως απαίτησε ο Ρεμπό, αλλά και της επανεφεύρεσης του μύθου και του θεού, για μια αναβίωση της αληθινής ποίησης –και– της ζωής[5].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ [1] Gabriel Marcel, The Philosophy of Existentialism. [2] Και η ομορφιά –η αρχή του Τρομερού: έμμεση αναφορά στο η Ομορφιά δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού του Rainer Maria Rilke. [3] Στρατής Πασχάλης, Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς. [4] Επανεφεύρεση του έρωτα: έμμεση αναφορά στο l’amour est à réinventer του Arthur Rimbaud. [5] αναβίωση […] της ζωής: έμμεση αναφορά στο la vie ne vit pas του Theodor W. Adorno.

αλλες δημοσιευσεις