Categories
Articles

Στρατής Πασχάλης: «Η Μεγάλη Παρασκευή»

Βλέπεις, τὸ πένθος δὲν ἔχει ἐποχὴ κι εἶναι δίχως ἱεραρχία πάντα ἐπίκαιρο πάντα διακειμενικό. Τὸ πένθος εἶναι ἡ μόνη αἰωνιότητα.

Επιχειρώντας να αποτυπώσει το πνεύμα μιας μεταιχμιακής εποχής – της εποχής μας, η Μεγάλη Παρασκευή του Στρατή Πασχάλη αποτελεί την εξομολόγηση ενός πλάνητος. Επίκαιρο και κρίσιμο μέσα στη μεταφυσική του, έως και πολιτικά οξύ μέσα στον ρομαντισμό του, βαρύ μες στη συχνή ρυθμική του ελαφρότητα, το έργο αποπειράται την αποδόμηση της κυρίαρχης τάσης για αποδόμηση, συνιστώντας, θα ’λεγε κανείς, μία έμμεση κριτική στον σύγχρονο πολιτισμό και τις αξίες του.

Ο Gabriel Marcel μάς εξήγησε πως «ένα πρόβλημα είναι κάτι το οποίο κάποιος το συναντά και το βρίσκει ολόκληρο ενώπιόν του, και το οποίο κάποιος μπορεί να το χειριστεί, ενώ ένα μυστήριο είναι ένα ιδιόμορφο πρόβλημα που “παραβιάζει τα ίδια του τα δεδομένα” και είναι “μεταπροβληματικό”. Σε αντιδιαστολή προς ένα “πρόβλημα”, ένα “μυστήριο” είναι κάτι στο οποίο κάποιος αναμειγνύεται προσωπικώς, και γι’ αυτό, η διάκριση μεταξύ αυτού που είναι η συνείδηση κάποιου και αυτού που βρίσκεται ενώπιόν του δεν ισχύει».[1]

Στη Μεγάλη Παρασκευή ο ποιητής επιχειρεί να ασκήσει κριτική στον άνθρωπο –και τον πολιτισμό του– που προσεγγίζει τον κόσμο, τη φύση και τον άλλον ως πρόβλημα, σαν άψυχο αντικείμενο προς ανάλυση – χειριστικά, καυτηριάζοντας, εμμέσως, την ωφελιμιστική και περιφρονητική μας στάση απέναντι σε ό,τι μας περιβάλλει.

Στη μακρά σύνθεση του πρώτου μέρους, που υπακούει στην αρχιτεκτονική της βυζαντινής παρτιτούρας-ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής, ο ποιητής-αφηγητής «θεολογεί» σαρκάζοντας, αυτοσαρκαζόμενος, παίζοντας στὸ πιάνο τῆς ἔκστασης το εμμονικό μοτίβο του ανθισμένου πένθους, για να πλαισιώσει το πάθος του αέναου επιταφίου. Κάτι μεταξύ νοσταλγικού βαλς και παραληρηματικού ρέκβιεμ, τραγούδι μακρόσυρτο – λαϊκό και στοχαστικό, με εναλλασσόμενους μουσικούς και θεατρικούς τρόπους, στο πλαίσιο του οποίου το κλασικό συνομιλεί με το παράλογο και ο λυρισμός συνδιαλέγεται με την ατονικότητα. Στο ποιητικό αυτό τοπίο, μεταξύ άλλων, ο Έλιοτ συναντά τον Τσέχοφ, ο Δάντης συνυπάρχει με τον Μαλαρμέ, ο Σολωμός και ο Σικελιανός επικοινωνούν με τον Γιουνγκ.

Σαν ειρωνική eroika για τον αντιήρωα – πολίτη της χώρας του νεκροῦ θεοῦ, η σύνθεση καταγράφει αποσπάσματα του βίου του και τα μεταγράφει σε μυθολογικό αφήγημα, χαρτογραφώντας την πορεία του σε μία εποχή δυστοπίας, την οποία και ψυχογραφεί μέσω της χρήσης μυθολογικών συμβόλων. Όταν στο προσωπικό βίωμα καθρεφτίζεται ο μύθος, το τετριμμένο γίνεται αιώνιο, το καθημερινό θρυλικό, το νόημα της ύπαρξης, από ενδοϊστορικό ζήτημα καθίσταται υπεριστορικό αίτημα, και το ανθρώπινο πρόσωπο παύει να ετεροκαθορίζεται από τα διάφορα πρόσωπα της ιστορικότητας και της εκκοσμίκευσης.

Δράμα δίχως δράμα που δεν κορυφώνεται ποτέ, η Μεγάλη Παρασκευή είναι μία πικρή σάτιρα για την κατάσταση του ανθρώπου –και του πολιτισμού του– που διάλεξε να αυτοσταυρωθεί, κι ένα δηκτικό σχόλιο για την τραγικότητα της ανθρώπινης κωμωδίας στο σύγχρονο θέατρο του υπερ-πραγματικού. Ἡ καμπάνα ὁρίζει τὸν χρόνο τοῦ Μύθου. Τὸ χτύπημα τοῦ κινητοῦ ὁρίζει τὸν χρόνο νεκρό. Το ποίημα – κρυφή προσευχή στο εικόνισμα της οδύνης την εποχή της εικονικής ηδονής και λαθραία ενόραση ενός θεού που μας κατοικεί, ερήμην μας, και κείται νεκρός στον κήπο της ψυχής μας.

Μήπως ο έρωτας συνυφαίνεται με τη σταύρωση; Και η ομορφιά –η αρχή του Τρομερού[2]– πώς με πάνκομψη βαναυσότητα φονεύει;

Τὸ κάλλος εἶναι συνένοχο στὸν ἀφόρητο πόνο τῆς ἀπώλειας τοῦ ἐαυτοῦ μέσα στὸν Ἄλλον.

Ἡ παπαρούνα ἐκείνη, τῆς φύσης ὄνειδος καὶ ντροπή. Ἴσως γι’ αὐτὸ κοκκίνιζε βαθιὰ σὰν αἷμα.

Πίσω από το σατιρικό προσωπείο υφέρπει η κριτική. Κριτική στον ρασιοναλισμό και υπεράσπιση της –θρησκευτικής– φαντασίας. Κριτική στον τεχνολογικό ντετερμινισμό και προάσπιση του μύθου που συνέχει και νοηματοδοτεί. Κριτική στον στείρο υλισμό και τον ανέραστο βιολογισμό, και πρόταξη ενός ιδεαλισμού που υπερβαίνει τον δυϊσμό – όταν ο ποιητής ενατενίζει –παράνομα– τη μυστικὴ ὥρα τῆς μὴ καταγεγραμμένης ἕνωσης, τῆς Ἕνωσης ἔξω ἀπ’ τὴ βιολογία, ἔξω ἀπ’ τὸ δρᾶμα τοῦ μελοδράματος, ἔξω ἀπὸ κάθε γενεαλογία, ὅταν δυὸ ἄνθρωποι ἑνώνονται χωρὶς νὰ ξέρουν γιατί, στὴ χημεία ὑπάκουοι τῆς Μὴ Φύσης. Ο δημιουργός, μέσω του συγκεκριμένου του έργου, μας δηλώνει έμμεσα πως, πέρα από τα δόγματα, ο μύθος μάς εμπεριέχει χωρίς να το γνωρίζουμε, όπως και η ιερότητα της ζωής και της φύσης που συνθέτουν αδιαχώριστα ύλη και ιδέα – αγνοώντας την ιδεολογία.

Επιχειρώντας να μεταγγίσει το πνεύμα του ελληνικού μυστικισμού στο σώμα της μετανεωτερικότητας, ο ποιητής, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, με τίτλο: Ο Τοίχος με την κόκκινη βουκαμβίλια, καταπιάνεται με τα ζητήματα της ελληνικότητας. Η παράδοση και οι αναφορές σε πρόσωπα, τόπους και έργα που συνιστούν υλικά και άυλα μνημεία, συνθέτουν και συστήνουν μία νοσταλγική όσο και δυναμική οντολογία, που φαντάζει ως ιδανικό καταφύγιο απέναντι στην ισοπέδωση του σύγχρονου νιχιλισμού. Ο ποιητής-αφηγητής συνεχίζει να μετουσιώνει τη ζωή σε μύθο, προσδίδοντάς της το χρώμα μιας λησμονημένης τελετουργίας. Βλέποντας τον καθημερινό άνθρωπο ως μυθολογικό ήρωα, ενδύοντας τις στιγμές με αποχρώσεις από την παλέτα των ιδεών και των συμβόλων της ελληνικότητας, αναζητά το υψηλό μέσα στο σύγχρονο. Η αίσθηση ενός μαγικά μελαγχολικού μετεωρισμού διέπει τον, ωστόσο, βαθιά ριζωμένο προβληματισμό του δημιουργού αναφορικά με τη χώρα και την ταυτότητά του: Κάτω ἀπὸ σχάρες ὑπονόμων ὑπάρχει μιὰ Ἑλλάδα. Δὲν τὴν ξέρει κανείς. «Ποῦ βρίσκομαι ἄραγε; Ποιό χῶμα πατῶ;» «Ἑλλὰς ἤ Ρωμιοσύνη;».

Ο ποιητής-αφηγητής συνεχίζει να μετουσιώνει τη ζωή σε μύθο, προσδίδοντάς της το χρώμα μιας λησμονημένης τελετουργίας.

Παρά τη σύγχυση και την παραχάραξη που η Ιστορία φέρει, το αίτημα, για τον ποιητή, είναι η αντίσταση της Ομορφιάς. Και η μνήμη μοιάζει με οδό επαναστατική σε αυτή την προσπάθεια ανοίγματος προς το αιώνιο ιδανικό.

Παρά τις διαφορές –στο ύφος, την τεχνική και το περιεχόμενο– του πρώτου μέρους –της ποιητικής σύνθεσης– από το δεύτερο με τα ποιήματα-ενότητες, το βιβλίο ως σύνολο έχει έναν σαφή στοχαστικό άξονα, ο οποίος αφορά τον σύγχρονο άνθρωπο και την υπαρξιακή του αγωνία σε μια ιλιγγιώδη εποχή μετάβασης.

Μέσα ἀπὸ τὸ ψυχρὸ προσωπεῖο τῶν ἀριθμῶν ποὺ μοῦ φόρεσαν μὲ τὴ βία γιὰ νὰ μὴν ἔχω πρόσωπο

θὰ ’θελα κάτι πιὸ ἁγνὸ ἀκόμα κι ἀπ’ τὴν ἁγνότητα, κι ἂς μὲ ποῦνε ἀναχρονιστικὸ

Η χρησιμοποίηση, από τον ποιητή, αρχαίων ή προνεωτερικών υλικών για την κατασκευή ενός σύγχρονου οικοδομήματος υπέρκειται, σαφώς, της άγονης αναπόλησης ενός ένδοξου παρελθόντος, αποτελώντας, κατά τη γνώμη μου, όχι απλώς αισθητική επιλογή αλλά και υπαρξιακή πρόταση. Με τις βάσεις τους στην αρχαία και μεσαιωνική μεταφυσική, ο κώδικας των αρχετύπων και η ποιητική του μύθου προσφέρουν μια πιο γόνιμη και βιωματική μετάφραση των εντυπώσεων της ανθρώπινης περιπέτειας μέσα στο φυσικό, κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι, συνιστώντας αυθεντικότερους τρόπους απόδοσής του – και συσχέτισης με εκείνο που εμπεριέχουμε και μας εμπεριέχει.

Όσο οξύμωρο και αν ακούγεται, αυτός ο «αναχρονισμός» –με την ποιητική αλχημεία της αφέλειάς του– χρησιμοποιείται και συστήνεται από τον δημιουργό ως μέσο χειραφέτησης και λυτρωτικής φυγής από το υπερπροστατευμένο τεχνολογικό περιβάλλον του σύγχρονου υπερπολιτισμένου κόσμου, που αμβλύνει επικίνδυνα την ευαισθησία και συρρικνώνει τον νου, προστάζοντας έμμεσα την τυφλή παραδοχή και υπακοή σε στερεότυπα που σερβίρονται ως μόνες επιλογές ζωής, σκέψης και δράσης[3], οδηγώντας στην ακύρωση του εσωτερικού ανθρώπου και τον θάνατο του θεού.

Ἀντὶ νὰ ζοῦμε ἀληθινά, μεταφράζουμε τὴ ζωὴ, ἀντὶ νὰ πεθαίνουμε πράγματι, μεταγλωττίζουμε τὸν θάνατό μας.

Ο ποιητής-αφηγητής επιμένει να ζωγραφίζει με κάθε τρόπο τον πρωταγωνιστή της εποχής – τον νεκρό θεό. Ωστόσο, το πένθιμο μινόρε, στιγμιαία, προαναγγέλλει το ματζόρε της Ανάστασης.

Δυὸ φλόγες ποὺ φιλιοῦνται εἶναι ἡ Ανάσταση. Δυὸ φλόγες ποὺ δὲν φιλιοῦνται εἶναι ἡ Μεγάλη Παρασκευή.

Αφού ο έρωτας υπάρχει και ζητά να αναστηθεί – ή να επανεφευρεθεί[4].

Θα μπορούσε, λοιπόν, να υποστηριχθεί πως η Μεγάλη Παρασκευή είναι ένα ποίημα που συνιστά κάτι σαν απόπειρα προπαρασκευής για την υπέρβαση – το ξεπέρασμα του κενού και γκρίζου μεταιχμιακού σταδίου, και για την ανάσταση του ανθρώπου και του πολιτισμού του μέσω της επανεφεύρεσης του έρωτα, όπως απαίτησε ο Ρεμπό, αλλά και της επανεφεύρεσης του μύθου και του θεού, για μια αναβίωση της αληθινής ποίησης –και– της ζωής[5].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ [1] Gabriel Marcel, The Philosophy of Existentialism. [2] Και η ομορφιά –η αρχή του Τρομερού: έμμεση αναφορά στο η Ομορφιά δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού του Rainer Maria Rilke. [3] Στρατής Πασχάλης, Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς. [4] Επανεφεύρεση του έρωτα: έμμεση αναφορά στο l’amour est à réinventer του Arthur Rimbaud. [5] αναβίωση […] της ζωής: έμμεση αναφορά στο la vie ne vit pas του Theodor W. Adorno.

Categories
Articles

Το πρόσωπο μεταξύ χάους και Ιστορίας – Μέρος 2ο

Θραυσματικές σκέψεις πάνω στο αιώνιο αίνιγμα

*Με αφορμή το έργο Αυθεντικότητα και Αυτονομία [από τη δημιουργικότητα στην ελευθερία] του Νίκου Ερηνάκη.

Μέσα στο νεωτερικό περιβάλλον του τεχνικισμού, ο ενδοϊστορικός αυτοπροσδιορισμός του όντος εμψυχώνεται από την- και κινείται στο ρυθμό της- συγχορδίας της επανάστασης με την εφεύρεση.

Κυριευμένος από τον ίλιγγο της τεχνολογικής επιτάχυνσης, ο άνθρωπος πετυχαίνει αλλεπάλληλες τομές σε ό,τι έχει να κάνει με τον τρόπο πρόσληψης του χωροχρόνου και την κατοίκησή του, ταυτόχρονα προεκτεινόμενος και αυτοακρωτηριαζόμενος.[1] Η άνευ όρων και ορίων εξέλιξη επιφέρει τη μετάλλαξη τόσο του ανθρώπινου όντος, όσο και του περιβάλλοντός (του). Γεγονός που θα κάνει τον Heidegger να μιλήσει για αλλοτρίωση.

Στη μεταμοντέρνα σφαίρα, η διαύγεια της επιστημονικής αλήθειας συναντά το νεφέλωμα της τεχνητής ψευδαίσθησης, και η καθαρή γνώση – που οδηγεί στη χειραφέτηση, συνυπάρχει με την ανεξέλεγκτη πληροφορία – που ευνοεί τη χειραγώγηση.

Ο επαναστατημένος άνθρωπος[2]είναι ο κάτοικος του θαυμαστού καινούριου κόσμου[3].

Η συνείδηση της καταδικαστικής μοναξιάς – απότοκη της μοναδικότητας του ανθρώπινου όντος, βαραίνουν την ευθύνη της (ιστορικής) πράξης και της υπαρξιακής του αυτοσυγκρότησης, κάτι που αντανακλάται στο «Πράττειν σαυτόν» των υπαρξιστών. Κάπου εδώ εγείρεται το ερώτημα της αυθεντικότητας.

Τι το αυθεντικόν;

Η αυθεντικότητα-ως-δημιουργικότητα, απελευθερωμένη από την ανάγκη κάποιου ενδότερου εαυτού και με πρωτότυπες πτυχές, όπως η συν-αυθεντικότητα και η ισο-αυθεντικότητα, ίσως να αποτελεί ένα κοινωνικο-πολιτικο, αισθητικο-καλλιτεχνικό και ηθικό ιδεώδες, το οποίο μπορεί να προσφέρει μία δίοδο, πέρα από τα αδιέξοδα της ύστερης νεωτερικότητας, προς την απάντηση του ερωτήματος του αγαθού προσωπικού και συλλογικού βίου.[4]

Η ελεύθερη δημιουργία του ανθρώπινου μυαλού –γνησίως δημιουργική– μπορεί να οδηγήσει στην απρόβλεπτη βούληση και δράση.[5]

Η τεχνολογική θαυματουργία, όμως, έχει τη διττή ικανότητα να εκτοξεύει και συνάμα να υπονομεύει την ανθρώπινη δημιουργία. Μέσα στη θύελλα της εικονικής θάλασσας και τη μανία της επανεφεύρεσης, καθίστανται δυσδιάκριτες οι διαφορές μεταξύ της καινοτόμας δημιουργίας και της κοινότοπης κατασκευής. Μήπως το σύγχρονο άτομο απλά παρασκευάζει και λειτουργεί ή όντως ζει και δημιουργεί;

Μέσα σ’ αυτό το τεχνητό περιβάλλον, πώς είναι δυνατή η επιβίωση της αυθεντικότητας, ποια η θέση της αυτονομίας και πώς νοούνται το πρόσωπο και η ελευθερία του;

Ο εαυτός μπορεί να είναι είτε πραγματικός είτε φανταστικός. Και στις δύο περιπτώσεις, κατά τη γνώμη μου, είτε υπάρχει εαυτός είτε όχι, αυτό δεν έχει σχέση με το περί αυθεντικότητας ερώτημα. Η ψευδαίσθηση του εαυτού δεν συνεπάγεται όμως ψευδαίσθηση και της ύπαρξής μας ως προσώπων.[6]

Το πρόσωπο ριζώνει στο είδος Gattung– και ο χρόνος στην αιωνιότητα. Η εντός του υπάρχουσα ιδέα του είδους επιτρέπει στο πρόσωπο να ριζώνει στο είδος, και η ταυτόχρονη μετοχή του στην αιωνιότητα προσφέρει στο πρόσωπο τη διάρκεια του στον χρόνο.[7]

Προκειμένου οι στάσεις ενός ανθρώπου να είναι αυθεντικές, χρειάζονται μόνο να είναι δικές του – δηλαδή, η κυριότητα διατηρεί βασικό ρόλο, απλώς διασφαλίζεται μόνο από τη δημιουργικότητα.[8]

Είναι η αυθεντικότητα-ως-δημιουργικότητα που μπορεί να διαδραματίσει τον καθοριστικότερο ρόλο από ό,τι η αυτονομία-ως-ορθολογικότητα, στην πορεία προς την πραγμάτωση της ανθρώπινης ελευθερίας.[9]

Δημιουργείν εαυτόν.

Dichterisch wohnet der Mensch auf dieser Erde – Εντελώς επάξια, αλλά ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω σ’ αυτήν τη γη.[10]

Όταν ο Hölderlin μιλά για κατοικείν, έχει κατά νου το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εμπειρικής ύπαρξης – Dasein. Όμως, το ποιητικό το εξετάζει με βάση τη σχέση του με τούτο το ουσιωδώς κατανοούμενο κατοικείν. Τούτο, βέβαια, δε σημαίνει ότι το ποιητικό είναι μόνο ένα κοσμητικό στοιχείο κι ένα συμπλήρωμα του κατοικείν. Επίσης, ο ποιητικός χαρακτήρας του κατοικείν, δε σημαίνει ότι αυτός απαντά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε κάθε κατοικείν. Αντίθετα, το Ρήμα –ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος– λέει ότι το ποιείν, και μόνον αυτό, κάνει το κατοικείν του ανθρώπου να είναι κατοικείν. Μόνο το ποιείν επιτρέπει πραγματικά το κατοικείν. Πώς όμως φτάνουμε σε μία κατοικία; Με το κτίζειν. Η ποίηση, ως κάτι που επιτρέπει το κατοικείν, είναι κτίζειν.

Να στοχαστούμε αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη του ανθρώπου μέσω της ουσίας του κατοικείν, και αφετέρου να στοχαστούμε την ουσία του ποιείν ως αυτό που επιτρέπει το κατοικείν, ως ένα, και ίσως μάλιστα το κατεξοχήν, κτίζειν. Αν στρέψουμε την αναζήτησή μας για την ουσία της ποίησης προς αυτήν την κατεύθυνση, τότε θα φτάσουμε στην ουσία του κατοικείν.

Ο άνθρωπος αντλεί την πληροφορία για την ουσία του κατοικείν και του ποιείν κι εγείρει την αξίωση να φτάσει ως την ουσία ενός πράγματος, ορμώμενος μόνο από εκεί που τη δεξιώνεται. Τη δεξιώνεται στην προσαγόρευση της γλώσσας, της οποίας δεν είναι ο πλάστης, αλλά είναι εκείνη η δέσποινά του. Ως αυτό που ομιλεί και στέλνει νεύματα για την ουσία ενός πράγματος, η γλώσσα δεν είναι ένα απλό μέσο έκφρασης, ένα απλό μέσο πίεσης.

Με το ποιείν άγεται ο άνθρωπος πάνω στη γη και συνεπώς μέσα στο κατοικείν.[11]

Το πρόσωπο δημιουργεί ακατάπαυστα την εσωτερική του φύση, όχι μέσω μιας αυτοκατευθυνόμενης καθοδήγησης προς τα μέσα, αλλά με τη συνεχή δημιουργική ανατροφοδότηση με την κοινωνική πραγματικότητά του.[12] Η ώσμωση του ατομικού με το κοινωνικό φαντάζει μοιραία. Τι συμβαίνει, όμως, στη σύγχρονη συνθήκη, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, η οικονομική βιωσιμότητα της οποίας εδράζεται στον εκτεταμένο εγωκεντρισμό, όπου ο αυτοκαθορισμός είναι ξένος προς τον αυτοέλεγχο και την αυτοπειθαρχία, και όπου το άτομο, ετεροκαθοριζόμενο, με τον εμμονικό ιδεασμό της αυτοπραγμάτωσης, πέφτει συνεχώς θύμα εμπορικής εκμετάλλευσης – καταναλωτής και καταναλωτικό προϊόν στην κοινωνία της κατανάλωσης;[13]

Στην εποχή της οθόνης και της pop κουλτούρας, το άτομο συμπεριφέρεται σα να το ακολουθεί μόνιμα μία κάμερα. Ποθώντας να γίνει το ίδιο – το ιδανικότερο προς κατανάλωση από τον άλλο προϊόν, σύμφωνα με τους όρους της μόδας, περισσότερο λειτουργεί σα μονάδα ενός καταναλωτικού πλήθους παρά ζει σαν πρόσωπο με εγγενή αξία και ιδιαίτερο τρόπο βιωτής.[14]

Η ιδέα ότι μπορούμε να είμαστε ακριβώς αυτό που οι άλλοι επιθυμούν είναι μια πανίσχυρη φαντασίωση. Μέσα στα άλλα, πρόκειται για μια ιδέα που υπόσχεται ότι ο άλλος δεν θα έχει ποτέ κανένα λόγο να φύγει – να μας αφήσει. Και αυτό γιατί δίνεται στον άλλον η δυνατότητα να μας φανταστεί σαν την τέλεια ενσάρκωση της επιθυμίας του. Το γεγονός αυτό πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες χαρές – ευχαριστήσεις της διαδικτυακής ζωής.[15]

Στον αστερισμό του like, μέσα στο γαλαξία του εικονικού καπιταλισμού, σε μία συνθήκη άυλου υλισμού, το ανθρώπινο ον και εικονιστικό υποκείμενο μετατρέπεται σε πλάσμα της ειδωλολατρίας, στο βωμό της κατάκτησης του θαυμασμού των άλλων, που συχνά άγει σε έναν άγονο ναρκισσισμό – υποχείριο της διαστροφής της ψευδαίσθησης που το οδηγεί στην αυτοκαταστροφή της τύφλωσης.

Αμφιταλαντευόμενο μεταξύ του φυσικού και του ψηφιακού ημισφαιρίου, παρακολουθείται και χειραγωγείται, (αυτό)καταναλώνεται και αναλώνεται, εξυπηρετώντας τους σκοπούς του κατασκοπευτικού καπιταλισμού[16], ο οποίος άρχει μέσα στο ψηφιακό σύμπαν του αυτοματισμού και της αλγοριθμοποίησης, το οποίο μεταβαίνει, σταδιακά, στην εποχή του απόλυτου λειτουργισμού της singularity και της παραμετροποιητικής μετάλλαξης του transhumanism.

Ωστόσο, επειδή η εσχατολογία νοούμενη ως δογματικό αφήγημα συνιστά αυτάρεσκη τρομολαγνεία και σαδομαζοχιστική καταστροφολογία, και το ζητούμενο δεν είναι η επιβίωση του ημιθανόντος που ασθμαίνει αλλά η ανάσα του νεογνού που αναζητά το οξυγόνο μίας νέας οντολογίας, κι επειδή καμιά μέθοδος δεν κατορθώνει να ακινητοποιήσει τον ρου του Κόσμου, και ο Λόγος και η ρευστότητα δεν αφήνονται να συλληφθούν ολοκληρωτικά από καμία εννοιοποίηση[17], χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σχετικό ισούται με το μηδέν, ο άνθρωπος, μετέωρος μεταξύ αφύπνισης και νάρκης, έκλαμψης και λήθης, έχει το δικαίωμα, μέσα σ’ αυτό το διττό σύμπαν αποξένωσης και ακατάπαυστης επικοινωνίας, έκθετος στο τεχνητό φως, να ελπίσει, με τραγική αισιοδοξία, στην ανάδυση της πολιτείας του Λόγου μέσα από τη χαοτική Βαβέλ των αλγορίθμων.

Απέναντι στη σύγχρονη μεταμοντέρνα τάση προς μια προτυποποιημένη εργαλειοκρατική μαζική κοινωνία του πραγματικού υλικού και υπερ-πραγματικού ψηφιακού θεάματος, ίσως μέσω της ευφάνταστα δημιουργικής δημιουργίας, οι πιθανότητες ενός αυθεντικού τόσο προσωπικού όσο και συλλογικού βίου να μπορούν να αφυπνιστούν και εντέλει να πραγματωθούν.[18]

Η αυθεντικότητα αποτελεί, όχι απλώς ένα δυνητικά δημιουργικό είναι, ως ρομαντική δημιουργική ανακάλυψη ή υπαρξιστική δημιουργική αποκάλυψη του εξατομικευμένου εαυτού, αλλά ένα συνεχές σχεσιακό δημιουργικό γίγνεσθαι του είναι ως ταυτόχρονος δημιουργός και δημιούργημα ανοικτός σε ριζικά νέους ορίζοντες.[19]

Όσο ρίσκο εκτροχιασμού και αν εμπεριέχει η παραπάνω θέση, ξένη προς κάθε πατερναλισμό και υπερβαίνουσα τον στείρο ρασιοναλισμό, αποτελεί μια στιβαρή στοχαστική πινελιά που συναιρεί νόηση και βίωμα, φαντασία κι εμπειρία.

Από το είμαστε στο να γίνουμε. Από την παραμόρφωση στη μεταμόρφωση.

Μέσα στο imperium των data, όπου ο υπήκοός του –ανθρώπινο υποκείμενο– μετατρέπεται σε αντικείμενο ευάλωτο στο χακάρισμα (hacking) – διείσδυση (στην) και ανάλυση της φύσης  και των αντιδράσεών του, και, σε πολλές περιπτώσεις, προκαθορίζεται, ερήμην του, η ίδια του η συμπεριφορά, σε ποιο βαθμό είναι εφικτό να δομηθεί ένας νέος πολιτισμός του προσώπου, ο οποίος θα επανεφεύρει το μέτρο και τον τρόπο της ανθρωπινότητας, σε μία συνθήκη θετικής αλληλοσυσχέτισης μεταξύ δημιουργικότητας, αυθεντικότητας κι ελευθερίας;[20]

Στο πρελούδιο της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, μπροστά σε δύο εμφανείς απειλές για την ύπαρξή του – την οικολογική καταστροφή και το πυρηνικό ολοκαύτωμα – εποχή κρίσης, επιπεδότητας αλλά και ανοίγματος, νιχιλιστική και αλχημική, η οποία, νεύει, δειλά δειλά, προς κάτι άλλο – εντελώς ανοίκειο, ο άνθρωπος μπορεί, τουλάχιστον, να οραματιστεί το άγνωρο ξέφωτο – τη γη των άθεων θεών, όπου το ανθρώπινο ον, υπερβαίνοντας τη συνθήκη του θηρίου, μετά – την ενοχικότητα και μετά – τη βουλησιαρχία, υπεράνω δυϊσμών, ορών το ιερό χωρίς ιεραρχία, προτάσσοντας την αυτονομία (του), προασπίζοντας την αυθεντικότητα (του), επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση του με τον Κόσμο, τη φύση και τα πράγματα, θα κατοικήσει την ελευθερία με αναθεωρημένους τους όρους της δημιουργίας.

Όναρ σκιάς[21] σε αναζήτηση της αλήθειας, στα χνάρια του Είναι εν τω γίγνεσθαι της Ολότητας.

Κάθε εφεύρεση, κάθε νοηματοδότηση καταλήγει χειραγώγηση. Το ποίημα μεταλλάσσεται σε αφήγημα. Αυτό που παραμένει – σταθερό και ρέον – είναι η περιπλάνηση του πλάνητος αστέρος[22].

Ο άνθρωπος, η σκιά και το είδωλό του στο θαυμάσιο και ειδεχθές θέατρο του τρισδιάστατου κόσμου.

Εδιζησάμην ἐμεωυτόν[23] μέσα στο matrix. Το ερώτημα παραμένει ανοικτό, το παίγνιο εξακολουθεί, το ταξίδι συνεχίζεται.

Κι η Βασίλισσα, η Μάγισσα που ανάβει κάρβουνα στο πήλινο μαγκάλι, ποτέ δεν θα θελήσει να μας πει εκείνο που αυτή γνωρίζει κι εμείς το αγνοούμε.[24]


Βιβλιογραφία

[1] Mάρσαλ Μακ Λούαν, Μίντια: Οι προεκτάσεις του Ανθρώπου, μτφ.: Σπύρος Μάνδρος, Κάλβος, Αθήνα, 2000.

[2] Έμμεση αναφορά στο έργο του Albert Camus – Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος.

[3] Έμμεση αναφορά στο έργο του Aldus Haxley – Brave New World.

[7] Αrthur Schopenhauer, Le monde comme volonté et représentation II, trad. Christian Sommer, Vincent Stanek et Marianne Dautrey, Gallimard folio essais, Paris, 2009.

[10] Φράση του Friedrich Hölderlin.

[11]Martin Heidegger, «Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος…», μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, Πλέθρον, Αθήνα, 2008.

[13] Έμμεση αναφορά στο έργο του Jean Baudrillard – La société de consommation.

[14] Chris Hedges, Τhe Man in the Mirror, Truthdig, July 2009.

[15] Sherry Turkle, Alone Together: Why we expect more from technology and less from each other, Basic Books, New York, 2012.

[16] Shoshana Zoboff, The Age of Surveillance Capitalism: The Fight for a Human Future at the New Frontier of Power, Public Affairs, New York, 2019.

[17] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990.

[21] Φράση του Πινδάρου.

[22] πλάνης αστήρ – όρος του Κώστα Αξελού που αναφέρεται στον άνθρωπο μέσα στο πλαίσιο της περιπλάνησής του στον χώρο, τον χρόνο και την Ιστορία.

[23] Φράση του Ηράκλειτου.

[24] Arthur Rimbaud, Εκλάμψεις, μτφ.: Στρατής Πασχάλης, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008.

Υ.Γ.: Ευχαριστώ τον Νίκο Ερηνάκη, ο οποίος με το φιλοσοφικό του έργο-πραγματεία Αυθεντικότητα και Αυτονομία [από τη δημιουργικότητα στην ελευθερία], εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα, 2020 – ένα έργο τόσο κλασικό όσο και πρωτότυπο, μέσα στο πλαίσιο του οποίου ο συγγραφές-στοχαστής, χωρίς να εμμένει στη (μεταμοντέρνα) σύγχυση, προσλαμβάνει τον ίλιγγο του χάους δημιουργικά, και με θετική βούληση σύνθεσης αποπειράται μία νέα κόσμωση, με ενέπνευσε να συγγράψω το παρόν κείμενο. Τα αποσπάσματα [4],[5],[6],[8],[9],[12],[17],[18],[19],[20] ανήκουν στον συγγραφέα.

Categories
Articles

Το πρόσωπο μεταξύ χάους και Ιστορίας – Μέρος 1ο

Θραυσματικές σκέψεις πάνω στο αιώνιο αίνιγμα

*Με αφορμή το έργο Αυθεντικότητα και Αυτονομία [από τη δημιουργικότητα στην ελευθερία] του Νίκου Ερηνάκη.

Η Ιθάκη-Εαυτός, ο προορισμός μου. Η περιπέτεια σε αναζήτηση χαμένου προσώπου. Η άφιξη-φάντασμα. Αυτός που γύρευα είμαι. Ποιος είσαι;

 Κρυφή Οδύσσεια – Στρατής Πασχάλης

Τι είμαστε και τι θα θέλαμε να γίνουμε;

Ερώτημα πρωταρχικό, που αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης, θίγοντας αποφασιστικά τον τρόπο εγγραφής του ανθρώπινου όντος στην πραγματικότητα.

Ύπαρξη – πρόβλημα προς επίλυση ή ορίζοντας προς ενατένιση; Ερώτημα που στοιχειώνει και απελευθερώνει τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του μέσα στους αιώνες.

Ον / πρόσωπο / εαυτός – αυτό, ο υπαρξιακός παλμός του οποίου υπακούει στη δυαδική παρτιτούρα του Εν-Πάντα. Και η βιογραφία του ενώνει τις τελείες του πριν του ενθάδε και του επέκεινα. Αυτό που διακυβεύεται στην (πλαστή;) διελκυστίνδα του Είναι – γίγνεσθαι. Περιπλανιέται και διαμορφώνεται, αποκαλύπτεται και μεταμορφώνεται. Αυτό που προτυπώνεται ή/και εκδηλώνεται. Συνδέει και διχάζει φυσική και μεταφυσική, οντολογία και βιολογία.

Ο ανθρώπινος νους είναι ένα σύστημα διανοητικών οργάνων, τα οποία καθορίζονται από βιολογικά χαρίσματα. Ο νους επεκτείνεται κι εμπλουτίζεται μέσω της εμπειρίας, η οποία σμιλεύει και διαρθρώνει τα όργανα. Αυτός ο προκαθορισμός επαληθεύεται στο γεγονός ότι κάθε άνθρωπος είναι προγραμματισμένος να μάθει μία γλώσσα. Αν και είναι αλήθεια ότι αυτός ο γενετικός προκαθορισμός μας περιορίζει αυστηρά, είναι αυτός ακριβώς ο αυστηρός περιορισμός που συνιστά τη βάση της ελευθερίας και της δημιουργικότητας του ανθρώπινου όντος. Εάν ήμασταν εύπλαστοι οργανισμοί χωρίς κανέναν εκτεταμένο προκαθορισμό, τότε ο νους –η δημιουργία και η παραγωγή του– θα αποτελούσαν απλές αντανακλάσεις του εκάστοτε περιβάλλοντος. Είμαστε αυστηρά προγραμματισμένοι με εξαιρετικά πλούσια συστήματα – μέρη της βιολογικής μας κληρονομιάς. Ωστόσο, σημαντικά ζητήματα, όπως αυτά της βούλησης, της απόφασης, της λογικής, της επιλογής σε ό,τι έχει να κάνει με τη δράση παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, στο βασίλειο του μυστηρίου.[1]

Εάν υπήρχε ένας εαυτός, θα ήταν σαν ένα μαργαριτάρι μέσα σε ένα όστρακο. Μολοντούτο, είναι το όστρακο που μας αφορά, όχι το μαργαριτάρι, αφού το τελευταίο δεν έχει ιδιότητες. Η έννοια – αίσθηση του εαυτού προσδιορίζεται από την εκάστοτε συνθήκη σε συνδυασμό με τη δαιδαλώδη λειτουργία του εγκεφάλου.[2]

Ο εαυτός.

Αυτό που καθαίρεται μέσα στην οδύνη της αυτογνωσίας και λυτρώνεται στην ηδονή της δημιουργίας.

Αυτό που κυριαρχείται από την ακόρεστη βούληση για δύναμη και, ξεπερνώντας το μέτρο, εκτονώνεται στην αυτοκαταστροφή – τραγική προϋπόθεση της (ιστορικής) εξέλιξης.

Το πρόσωπο – η ουσία και το δράμα του.

Εκείνο που διεκτραγωδείται στις αρχαίες θρησκείες της μετενσάρκωσης και της πυρολατρείας,  ενατενίζεται στις φιλοσοφίες της νοητικής εποπτείας, και ανατέμνεται με τους όρους της νευροεπιστήμης και της ψυχολογίας.

Ριζικό και μετέωρο.

Ανεξέλεγκτο και ανεξήγητο. Αυτό που αναζητά την αλήθεια –

στη μέθεξη στο θείο, μέσω του μυστικού φιλοσοφικού μύθου του τεθνεώτος και αναστηθέντος Θεού-ανθρώπου, τη μετοχή στο Άκτιστο μέσω της ενόρασης – σε μία αυστηρά πνευματική συνθήκη θρησκευτικού αναρχισμού, πέραν της λογικής και της φαντασίας, όπου το πρόσωπο υπέρκειται κάθε ιστορικο-υλιστικής δομής, αναφερόμενο πουθενά αλλού παρά μόνο στο άχρονο και απροσδιόριστο πνεύμα–φως – τo Απόλυτο – πηγή τόσο της συνέχειας όσο και της ασυνέχειας του χωροχρόνου – το θετικό τίποτα.*

  • ή μες στην έκσταση του έρωτα –

Car Je est un autre – Γιατί το εγώ είναι ένας άλλος.[3]

Ο εαυτός εν σχέσει με το άλλο – το πρόσωπο, η θέα του οποίου φανερώνει ένα νέο ή/και αρχέγονο χρώμα του εσωτερικού μας ουρανού.

Η προβολή που μας καλεί να ανακαλέσουμε την ιδέα στο μυχό της μνήμης και της ψυχής.

Ἆρ᾽ οὖν, ὦ φίλε Ἀλκιβιάδη, καὶ ψυχή, εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὑτήν, εἰς ψυχὴν αὐτῇ βλεπτέον·[4]

Αυτό που καταφάσκει ακυρωμένο στο σύντομο έργο ενός θνησιγενούς έρωτα – μήλον της έριδος του Διόνυσου με τον Απόλλωνα.

Ερώτημα καταιγιστικό, που κατακλύζει την ψυχολογία αλλά παραμένει μετα-ψυχολογικό, και καθορίζει την πολιτική, όντας μετα-πολιτικό.

Το τρέμον κέντρο[5] μυριάδων ομόκεντρων κύκλων – εννοιών, που διαμορφώνουν ιστορικά πλαίσια, προσδιορίζουν το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, συγκροτούν συστήματα αξιών και οντολογικούς άξονες, και χαρακτηρίζουν ανθρωπολογικές ομάδες, χώρες κι εποχές.

Από τον στοχασμό αναδύεται ο ορισμός, και από τον ορισμό ανθίζει ο θεσμός.

Τι το ον;

Το ον είναι μία δομικώς ενιαία, μοναδική και αυτόνομη πραγματικότητα η οποία διαρκεί είτε με το να είναι «κλειστή» (δηλαδή, απομονωμένη) στον εαυτό της είτε με το να τείνει να υπερβεί τη φύση της, επεκτεινόμενη πέρα από τους ουσιαστικούς περιορισμούς της. Στην πρώτη περίπτωση, το ον συλλαμβάνεται με στατικό τρόπο, ενώ, στη δεύτερη, το ον συλλαμβάνεται με δυναμικό.

Η ιδέα του ανθρώπινου όντος ως ενός ανεξάρτητου και σε μεγάλη έκταση, ελεύθερου «όλου», και κατ’ επέκταση, ως μιας ατομικής πραγμάτωσης ενός δομικού προγράμματος αποτελεί τη βάση τόσο υλιστικών τύπων φιλοσοφικού ρεαλισμού, όπως οι φιλοσοφίες του Δημόκριτου και του Επίκουρου, όσο και πνευματικότερων τύπων φιλοσοφικού ρεαλισμού, όπως η θεωρία του Πλάτωνα και η μοναδολογία του Leibniz.[6]

Η περιπλάνηση είναι ατέρμονη. Η οδός είναι ιδιωτική αλλά και δημόσια. Το εντός διαπλέκεται μόνιμα με το εκτός.

Εαυτός και ταυτότητα – σμίλη αρχετύπων συλλογικού ασυνειδήτου και παράγωγο στερεοτύπων κοινωνικού γίγνεσθαι.

Πρόσωπο και συλλογικότητα – η υπαρξιακή κατάφαση του όντος, αναγκαστικά, συνυφαίνεται με την αναφορά του σε μία εξωτερική δομή.

Από τον σε οργανική ενότητα με τη φύση ευρισκόμενο άνθρωπο του προσωκρατικού κόσμου, μεταβαίνουμε στον θαυμάζοντα την ιδέα την ισορροπίας στη μορφή του πλατωνικού ηνιόχου και τον φέροντα την ιδιότητα του πολίτη της πόλεως η οποία, μέσα στην επικράτεια των αρχαίων ειδώλων, προοικονόμησε στιγμές της νεωτερικής πολιτείας.

Ο «ψυχικός άνθρωπος» των ελληνορωμαϊκών πορτραίτων είναι ο υπήκοος της αυτοκρατορίας, όπως είναι, αντίστοιχα, και ο πιστός στο δόγμα δεόμενος μπροστά στην πνευματική εσωτερικότητα των βυζαντινών εικόνων.

Ο Θεός, ο κόσμος, η ανθρώπινη ψυχή είναι τα θέματα των τριών προσεγγίσεων που πηγάζουν από τη φιλοσοφία την πρώτη και γενική, που όλο και περισσότερο συγκεκριμενοποιούνται σε θρησκεία, επιστήμη, ψυχολογία και ηθική για να σταθεροποιηθούν και να ρευστοποιηθούν – κάτω απ’ τις μορφές της Εκκλησίας, της τεχνικής, της πολιτικής.[7]

Ο (ελληνικός) αρχαίος κόσμος, παρότι συνέλαβε τον ανθρωποκεντρισμό, δεν μπόρεσε να υπερνικήσει την αντίφαση μεταξύ της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης και της κοσμικής τάξης.

Ωστόσο, από την ουσία Α’ – την υπόσταση του Αριστοτέλη, και τον φορέα «του ασώματου φωτός, που δεσπόζει πάνω στη σκοτεινή ύλη» του Πλωτίνου, είναι πιο εύκολο το πέρασμα στο χριστιανικό ενυπόστατο πρόσωπο – τον προσωπικό τρόπο εγγραφής στην πραγματικότητα ως κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου – της εικόνας του Θεού.

Πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.[8]

Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν.[9]

Μέσα από την οντο-θεολογία του Χριστιανισμού αναδύεται και καταξιώνεται η υποκειμενικότητα του όντος. Το υποκείμενο –ο φορέας της ελεύθερης βούλησης– θα αναζητήσει την πλήρη απελευθέρωσή του. Αυτό το πρόταγμα, θα οδηγήσει στη- και θα χαρακτηρίσει τη- (δυτική) νεωτερικότητα.

Η μόνιμη υπακοή στην ανθρώπινη ανικανότητα για (αυτο)υπέρβαση καθιστά την παραχάραξη του πνεύματος μόν(ιμ)η επιλογή, και η ανάλογη προσαρμογή του στους σκοπούς της εκάστοτε δογματικής περιχαράκωσης –επιταγή της καθοδήγησης των μαζών– καθιστά την αέναη υποταγή του στα διάφορα πρόσωπα της ιστορικής ανάγκης πανάκεια. Ο δεσμός λύνεται με τη σύγκρουση. Η ρήξη άγει στη μετάβαση.

Ο (δυτικός) άνθρωπος, θέλοντας να απαγκιστρωθεί από τις ιεραρχίες, τους θεσμούς και τις γραφειοκρατίες του φεουδαλισμού και της μεσαιωνικής θεολογίας-μεταφυσικής, συλλαμβάνει την ύπαρξή του και τον Κόσμο πέραν της ιδέας ενός ποιητικού και τελικού αιτίου των όντων, των πραγμάτων, των φαινομένων και της κίνησής τους – αναφερόμενου σε μία ιδιαίτερη μορφή, που θέλει να είναι ολική, και που καλείται Θεός**.[10]

Αυτή η αποδέσμευση ταυτίζεται με την αυτενέργεια του ανθρώπινου όντος, τονίζοντας την προσωπική ευθύνη του ατόμου και του πολίτη μέσα στο πλαίσιο της ιστορικότητας  και της εκκοσμίκευσης.

Ο εμφορούμενος από τον ορθό λόγο υπαρξιακός ορίζοντας, που αποκαλύπτεται από τον  Διαφωτισμό, αποτελεί ταυτόχρονα όαση κι αιχμαλωσία. Ως εκ τούτου, το υποκείμενο καταφεύγει στη ρομαντική φαντασία.

Ύλη και πνεύμα / λογική και φαντασία / εμπειρισμός, ιδεαλισμός και ορθολογισμός.

Μέσα στους κόλπους ενός πολύπλευρα σχισματικού δυϊσμού γεννιέται ο καρτεσιανός άνθρωπος και πολιτισμός του cogito.

Για τον Kant, ο χαρακτήρας της γνώσης είναι εξωεμπειρικός. Η έμφυτη λογική δομή του όντος υπερβαίνει την εμπειρία. Σύμφωνα με τους όρους της κατηγορικής προσταγής –kategorischer Imperativ-, η ηθική τελειότητα του υποκειμένου υποκαθιστά τον Θεό. Ο Kant θεάται την ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου εντός του υποκειμένου, η καθολικότητα της ισχύος της ηθικής του οποίου διαμορφώνει ένα δεοντικό σύστημα – σχήμα και σκέψη που, τηρουμένων των αναλογιών, φτάνουν ως τις μέρες μας μέσω της φιλελεύθερης ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Κατά τον Hegel, ο εσωτερικός βίος του ανθρώπου συντίθεται με την ιστορικότητα. Το απόλυτο συνίσταται στην ένωση υποκειμένου και αντικειμένου. Το υποκείμενο βγαίνει εκτός του εαυτού του για να έρθει σε επαφή με την Ιδέα –αυτό που αληθεύει καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό-. Το πνεύμα –Geist– είναι το υποκείμενο που επέστρεψε στον εαυτό του μετά την περιπλάνησή του στην Ιστορία. Το Δίκαιο είναι το ιστορικώς εξαντικειμενισμένο πνεύμα. Το πνεύμα, νοούμενο ως λαός –το εθνικό πνεύμα– διέπει το άτομο, του οποίου η ύπαρξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ατομικότητα του έθνους-κράτους, δηλαδή με ένα συλλογικό υποκείμενο που πραγματώνεται δια της Ιστορίας. Η εγελιανή οντολογία θεωρεί το ατομικό εγώ μονίμως συναρτόμενο και συσχετιζόμενο με το άλλο – νοούμενο ως θεσμό-συλλογικότητα (οικογένεια, αστική κοινωνία, έθνος-κράτος), σε μία συνθήκη διαλεκτικής σύνθεσης αλτρουισμού κι εγωισμού.

Εταιρία ατόμων ή κοινωνία προσώπων;

Η βιομηχανική επανάσταση ωθείται από τις θεωρήσεις του εμπειρισμού, πλαισιώνεται από τον θετικισμό και ωθεί προς την κυριαρχία του υλισμού. Το φαντασιακό των κοινωνιών της μαζικής παραγωγής σταδιακά αναπτύσσεται και αρθρώνεται στη βάση των ιδεών και πρακτικών της ποσοτικοποίησης, της αποδοτικότητας, των μεθόδων οργάνωσης και του ελέγχου (των παραγωγικών διαδικασιών), αγγίζοντας, σε κάποια σημεία, τον κυνισμό του τεϊλορισμού. ***

Το άτομο ή/και πρόσωπο εξακολουθεί να αλλάζει πρόσωπα και ταυτότητες ανάλογα με τα πρόσωπα της Ιστορίας. Στο μονόπρακτο της ανθρώπινης κωμωδίας, ο αυτοπροσδιορισμός συγκερνάται με τον ετεροκαθορισμό. Το ταξικό είναι ένα ακόμα από τα στοιχεία εκείνα που στιγματίζουν και σχηματίζουν τη συνείδηση. Η ιδεολογία διεισδύει στην ύπαρξη και τη νοηματοδοτεί. Οι κάθε είδους ταυτότητες (φαινομενικά ή μη) καταξιώνουν το άτομο απέναντι στον εαυτό του, και μέσω της συνεργατικής ή συγκρουσιακής τους (διαλεκτικής) σχέσης παράγουν πολιτική και συγγράφουν Ιστορία. Το υπαρξιακό ή/και ιδεολογικό αίτημα πρέπει να γίνει δικαίωμα εντός κοινωνίας κι εντός Ιστορίας μέσω μιας διαδικασίας της οποίας κεντρικοί νευρώνες είναι η αίσθηση και η συνείδηση του (συν)ανήκειν.

Ο εαυτός και η ταυτότητα – ζήτημα μεταξύ φύσης και Λόγου, ανάγκης και σκοπιμότητας, που πυροδοτεί τη σκέψη και το Μύθο.

Ήρωας ρομαντικής ουτοπίας. Υποψήφιος πεσών για το έθνος κράτος.

Βιομηχανικός εργάτης και μαρξιστής αγωνιστής ή απολογητής του φεμινισμού.

Καπιταλιστής καταναλωτής και (αντι)ήρωας cyberpunk δυστοπίας.


Βιβλιογραφία

[1] Noam Chomsky, On Nature and Language, Cambridge University Press, 2012.

[2] Marvin Minsky – Lecture on the self.

[3] Arthur Rimbaud à Paul Demeny (Lettre du Voyant) & Arthur Rimbaud, H επιστολή του Προφήτη – Το μεθυσμένο καράβι, ποιήματα και επιστολές, μτφ.: Στρατής Πασχάλης, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008.

*Ριζική φιλοσοφική θέση – θέαση της σχέσης του ανθρώπινου όντος με τον Θεό – στην ελληνική Πατερική θεολογία (εμπνευσμένη, σε κάποιο βαθμό, από τον ιουδαϊσμό της Τορά, την Κλασσική Ελληνική Σκέψη, αλλά και τους μύθους της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου – κοσμοθεωριών και φιλοσοφιών των οποίων αποπειράθηκε να αποτελέσει δημιουργική σύνθεση και εξέλιξη).

[4] Πλάτων, Αλκιβιάδης Α.

[5] Kostas Axelos, Lettres à un jeune penseur, Les Éditions de Minuit, Paris, 1996.

[6] Ν. Λάος, Μεθεξιολογία, Δίαυλος, Αθήνα, 2017.

[7] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990.

[8]Μάρκος 1:15

[9] Ιωάννης 1:14

[10] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990. **Κριτική προσέγγιση, η οποία, παρά το οραματικό της εύρος και στοχαστικό της βάθος, είναι περισσότερο εγγύς στη συνείδηση της (μετα)νεωτερικής σχηματοποιητικής ερμηνείας.

***Τεϊλορισμός: Σύστημα οργάνωσης της εργασίας και διεύθυνσης της παραγωγής. Εμφανίστηκε μεταξύ του 19ου και του 20ου αιώνα και πήρε το όνομα του Αμερικανού μηχανικού Frederick W. Taylor. Ο τεϊλορισμός, αποτελώντας ένα σύνολο μεθόδων οργάνωσης και μέτρησης της εργασίας, ελέγχου των παραγωγικών διαδικασιών, επιλογής, τοποθέτησης και πληρωμής της εργατικής δύναμης, αποσκοπεί στην αύξηση της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας καθώς επίσης και στην εντατικοποίηση της εργασίας.

Categories
Articles

Ο Θεός στη γκιλοτίνα των θρησκειών

Μέρος 1ο

Δεν χρειάζεται λιγότερη ικανότητα για να φθάσουμε ως το μηδέν απ’ ότι για να φθάσουμε ως το όλον.
(Πασκάλ)

History is a tale / Told by an idiot, full of sound and fury, / Signifying nothing.
Παράφραση του “Life is a tale / Told by an idiot, full of sound and fury, / Signifying nothing”.
(Macbeth – Shakespeare)

Εύρημα της ειμαρμένης του ανθρώπου, μέσα στο πλαίσιο της περιπλάνησής του στο Αδιανόητο, παράγωγο της Ανάγκης, ανόητη και θεσμισμένη χαρτογράφηση του βίου και των βημάτων λαών, εθνών, κοινωνιών κι ατόμων, η Ιστορία – κακέκτυπο ζωής – πραγματική και παραπλανητική, αποτελεί το βασίλειο της επιβεβλημένης διαβολής. Στην επικράτειά του, κυριαρχούν οι νόμοι της διαστρέβλωσης. Στον ρου της όλα είναι ζήτημα φύσης κ’ ορισμού. Η βούληση για δύναμη κι εξουσία – απότοκη του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης – διαπλέκεται με την ευγένεια του οράματος – μιας άναρχης ενατένισης του, και μέθεξης στο Αγαθό. Η έκλαμψη συμβαίνει μέσα στο σκότος, ωστόσο ο φορέας της είναι, συνήθως, ο εξαιρετικός εξόριστος – θυσιαζόμενο υποκείμενο και αντικείμενο λατρείας – αναγκαίος ήρωας για την πρόοδο της τραγωδίας, στο δικαστήριο της οποίας ο Λόγος σταυρώνεται, τα λόγια παρερμηνεύονται, η λογική καρατομείται, το παράλογο εκλογικεύεται, και η βία μοιάζει εύλογη.

Μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, οι μάζες μορφοποιούνται και κινούνται χάρη στις ιδέες. Η ιδέα – κυμαινόμενη μεταξύ Αλήθειας και κατασκευής, αυθεντική ή/και διεστραμμένη, διατυπωμένη στη θεωρία, σμιλεύει και καθοδηγεί τα κοχλάζοντα ένστικτα στις πράξεις. Η υιοθέτηση ιδεών από τους δρώντες και η καθιέρωση θεωριών στις συνειδήσεις τους, τους προσφέρει το παράδειγμα σύμφωνα με το οποίο θα υπάρξουν μέσα στην Ιστορία και, ακολούθως, το πρότυπο σύμφωνα με το οποίο θα παράξουν ιστορία.

Σε αυτό το πέραν του καλού και του κακού παίγνιο, λαοί και elites είναι ταυτόχρονα και θύτες και θύματα. Η σχέση τους είναι ερωτική και αποκρουστική. Οι μεν χρειάζονται και χρησιμοποιούν τους δε, και οι δύο χρειάζονται στην Ιστορία και χρησιμοποιούνται από αυτή για τη συγγραφή του δράματός της. Οι πρώτοι προβάλλουν στους δεύτερους την ανάγκη τους για νόημα, κίνητρο και καθοδήγηση. Και αυτή η προβολή οδηγεί στην επιβολή του άυλου για την εξυπηρέτηση του υλικού. Θεωρίες – οντολογικοί άξονες – συστήματα αξιών χρησιμοποιούνται ως αιτιολογικά υπόβαθρα εξουσιών, και για την εξυπηρέτηση υλικών συμφερόντων.

Μέσα σε αυτήν την οιδιπόδεια συνθήκη, ένα πλέγμα ιδεών – μία (κοσμο)θεωρία, η οποία συναιρεί την αποτύπωση της ποιητικότητας του Κόσμου με τον προσδιορισμό του έσχατου υπαρξιακού νοήματος, εμπίπτοντας στη βάρβαρη αγνότητα του πεπτωκότος όντος, εκπίπτει στο δόγμα.

Ρυθμιστής των σχέσεων με το(ν) άλλο(ν) μέσα στους κόλπους της κοινωνίας, αλλά και με το σχηματοποιημένο από την ίδια (μέσα στο μύθο της) Απόλυτο, μυθολογική ποίηση και δικαιικό σύστημα, η θρησκεία διέπει ολιστικά τον άνθρωπο, και χαρακτηρίζει, κατ’ απόλυτο τρόπο, την ανθρωπολογική κοινότητα που την υιοθετεί, καθορίζοντας από την ψυχολογία και την ηθική έως την ερωτική ή/και την οικονομική συμπεριφορά του ατόμου – πιστού, ορίζοντας τον Θεό – υπαρξιακό καθρέφτη του ανθρώπου.

Κάθε τρόπος εγγραφής του ανθρώπου στην πραγματικότητα έχει στοιχεία θρησκευτικά. Κίνητρο ύπαρξης και κινητήρια δύναμη, αυτή η αναφορά, μεταφυσική ή μη, και η αναζήτησή της, μοιάζει να κυριεύει τον άνθρωπο (τουλάχιστον τον homo sapiens), συνδέοντας τη βιολογία με το λόγο, τα ορμέμφυτα με το πνεύμα του.

Μέρος 2ο

Ακόμα και μετά τον θάνατό σου, το κόμμα σε (παρ)ακολουθεί
(Ερυθροί Χμερ – Καμπότζη)

Τι κι αν, τον 19ο αιώνα, στην, τότε κραταιά, Ευρώπη, το φαντασιακό του Μεσαίωνα ηττάται από τις αξίες και τις θεωρήσεις του Διαφωτισμού, και ο Ανθρωπόθεος υπερκερνά, σταδιακά, τον Θεάνθρωπο; Αλλάζοντας πρόσωπα, η θρησκεία παραμένει κι επιμένει – τάση υπερκείμενη της παραδοσιακής μεταφυσικής βάσης.

Μέσα στο πλαίσιο της νεοτερικότητας – του δαρβινισμού, του θετικισμού και του ρασιοναλισμού, η επιστημονική εξήγηση αρνείται τη μεσαιωνική θρησκευτική φαντασία. Ο Μύθος (ζωή κι ενέργεια των ιδεών) υποβιβάζεται σε παραμύθι, και η οντο-θεολογία δίνει, σταδιακά, τη θέση της στην επιστημολογία.
Κάπως έτσι, αναδύεται και δεσπόζει ένας κόσμος απελευθερωμένος από τον «σκοταδισμό», τη «δεισιδαιμονία» και την «ψευδαίσθηση». Αυτή η υπέρβαση της κλασικής θρησκείας, η χειραφέτηση από τον Θεό και τους λειτουργούς του, οδηγεί στη θρησκευτικοποίηση της πολιτικής και τη θεοποίηση της ιδεολογίας μέσω ενός ασυνείδητου δανεισμού θρησκευτικών προτύπων – απαραίτητων για τη δημιουργία ενός σύμπαντος, μέσα στο οποίο τα χαρακτηριστικά του Θεού κληρονομούνται σε φορείς όπως το κράτος ή το κόμμα. Από τον «κυρίαρχο Θεό» ως το κυρίαρχο κράτος ή το πανταχού παρόν κόμμα, η ευλάβεια, η λατρεία και η θυσία αποτελούν έμφυτες ροπές που αναζητούν άυλες έννοιες-αξίες για την εκτόνωσή τους. Για παράδειγμα, η κόκκινη ιδεολογία είχε δύο συγκεντρωτικούς Ποντίφικες – Λένιν και Στάλιν, οι μορφές των οποίων, ήταν σύνηθες να αποτυπώνονται σε εικονίσματα χριστιανορθόδοξης τεχνοτροπίας, εν είδει αγιογραφιών, κι έναν αιρετικό – Τρότσκι.

Όπως, όμως, συνέβη και στο παράδειγμα της Ρωσίας – Σοβιετικής Ένωσης, η μετάβαση από τον έναν κόσμο – πολιτισμό στον άλλο, συνήθως δε γίνεται ειρηνικά, αλλά μέσω βίαιων γεγονότων – ανατροπών. Προηγούνται χρόνιες συγκρουσιακές ζυμώσεις που κλιμακώνονται σε επαναστατικές κορυφώσεις.
Καθιερώνοντας τη λατρεία του «Ορθού Λόγου», της οποίας ανακηρύχθηκε, το 1793, Μέγας Ποντίφικας, πρωταγωνιστικός δρών σε μία από τις καθοριστικότερες επαναστάσεις όλων των εποχών, ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος οραματίζεται κι επιδιώκει να κατασκευάσει τον νέο άνθρωπο – ένα κοινωνικο-πολιτικό υποκείμενο το οποίο συνυπάρχει με το(ν) άλλο(ν), μέσα στη συνθήκη μίας πολιτείας που διέπεται από τις αρχές της ενότητας και της αρετής. Ωστόσο, η γέννηση του νέου ανθρώπου της πολιτείας της θεοποιημένης πολιτικής απαιτεί τον θάνατο του παλαιού κόσμου μαζί με την ανατροπή του προηγούμενου καθεστώτος. Στο βωμό αυτής της ιερής ενατένισης, η βία καθαγιάζεται και ο τρόμος μαζικοποιείται. Οι εκφυλισμένοι αριστοκράτες και άρχοντες του παλαιού καθεστώτος πρέπει να εξαλειφθούν. Οι επαναστάτες στέλνουν στη λαιμητόμο, κατά εκατοντάδες, Γάλλους πολίτες – αντιφρονούντες.

Όπως έγινε αργότερα και με τον Λένιν, ο Ροβεσπιέρος, στο όνομα της επανάστασης, επιστράτευσε την τρομοκρατία. Οι άπιστοι πρέπει να εξολοθρεύονται. Ο ιερός σκοπός επιτυγχάνεται μέσω της ασύμμετρης βίας.

Μήπως η ληξιαρχική πράξη γέννησης του πολιτισμικού συστήματος αξιών που πρέσβευε ο αποκεφαλισμένος από τζιχαντιστή, τον Οκτώβριο του 2020, Γάλλος καθηγητής Samuel Paty, γράφτηκε με το αίμα των θυμάτων της γκιλοτίνας;

Μέρος 3ο

Σκοτώνετε παιδιά στη χώρα μας, σκοτώνουμε παιδιά στη χώρα σας
(Ηχώ του μακελάρη του Bataclan, Παρίσι 11/2016)

Κατά τραγική ειρωνεία, λοιπόν, οι σύγχρονοι τζιχαντιστές είναι τέκνα τόσο του φονταμεταλιστικού Ισλάμ όσο του Ροβεσπιέρου και του Λένιν.

Τα σημερινά φαινόμενα θρησκευτικής βίας και τρομοκρατίας δεν είναι πρωτοφανή. Αντίσταση απέναντι στον κατακτητή – αποικιοκράτη ή/και ταυτοτικό αντανακλαστικό αντίδρασης μπροστά στην επιβολή ενός αλλότριου πολιτισμικού προτύπου, καθώς επίσης και εργαλείο επίτευξης γεωπολιτικών στοχεύσεων, οι δύο προηγούμενοι αιώνες, είναι γεμάτοι βία με θρησκευτικό πρόσημο, σε διάφορα σημεία της υδρογείου. Το στοιχείο που παρατηρείται την περίοδο αυτή, από τον 19ο αιώνα κι έπειτα, και διαφοροποιεί τις θρησκείες από τις αυθεντικές τους βάσεις είναι μία ροπή προς τη ριζοσπαστικοποίηση και τον συντηρητισμό.

Aπό την Ινδία και τον Vinayak Damodar Savarkar – τον σημαντικότερο στοχαστή – εισηγητή του ριζοσπαστικού ινδουισμού εναντίον της μουσουλμανικής κατοχής, τη Σαουδική Αραβία και την ίδρυση του wahhabisme – δόγμα του σουνιτικού Ισλάμ, το οποίο βασίζεται στην κατά γράμμα προσέγγιση κι ερμηνεία του Κορανίου, υιοθετεί την πιο σκληροπυρηνική ισλαμική θεολογική και δικαιική σχολή – του hanbalisme, κι επιστρατεύει το djihad – υπό την έννοια του πολέμου εναντίον των απίστων, πόλεμος – μέσο άμυνας ή/και επέκτασης του Ισλάμ, και την Αίγυπτο, όπου το 1928 ο Hassan al-Banna ιδρύει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, έως τον σιωνιστικό ιουδαϊσμό του κράτους του Ισραήλ και τη μεσσιανική κοσμοθεωρία των συντηρητικών Ευαγγελιστών από τις ΗΠΑ και τη Βραζιλία έως την Αφρική και την Κορέα, η θρησκευτικότητα, ανεξαρτήτως θρησκείας, συνυφαίνεται ολοένα και περισσότερο με μία πρωτοεπίπεδη ερμηνεία των ιερών κειμένων, έναν αυξανόμενο ριζοσπαστισμό, κι έναν ακτιβισμό που περιλαμβάνει και τη χρήση βίας.

Η βιομηχανοποίηση της τρομοκρατίας είναι χαρακτηριστικό της νεοτερικότητας. Αν και αποτελεί φαινόμενο με διαφορετικές εκδηλώσεις, που υπέρκειται του ισλαμισμού, αφού έχουμε ακόμα και το παράδειγμα Βουδιστών μοναχών να παρακινούν πιστούς σε σφαγές μουσουλμάνων στη Μυανμάρ το 2013, το 90% των τρομοκρατικών επιθέσεων έχουν ισλαμιστική υπογραφή. Τα βαθύτερα αίτια και οι λόγοι για τους οποίους το τέρας γεννιέται, εκτρέφεται και πολλαπλασιάζεται μέσα στους κόλπους της συγκεκριμένης θρησκείας είναι πολυποίκιλοι και διαφόρων φύσεων – κοινωνιολογικοί, οικονομικοί, ψυχολογικοί, πολιτισμικοί, γενικότερα υπαρξιακοί. Έχουν τις ρίζες τους στο αέναο γεωπολιτικο-οικονομικό παίγνιο που εκτυλισσόταν κι εξακολουθεί να εκτυλίσσεται στη Μέση Ανατολή, αλλά και το υπερβαίνουν. Το οργανωμένο και το σχεδιασμένο συναντά το άναρχο και το απρόβλεπτο σε αυτό το ατέρμονο σήριαλ, το σενάριο του οποίου κινείται από τον μεγάκοσμο των στρατηγικών που ορίζουν σύνορα χωρών μέχρι τον μικρόκοσμο ενός σχολείου σε μια πόλη της Γαλλίας.

Η παραχάραξη της πίστης και η (μεθ) ή (παρ) – ερμηνεία των ιερών κειμένων, για λόγους προσαρμογής στις διεθνείς τάσεις ή/και για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων γεωπολιτικών συμφερόντων, συνιστούν και συστήνουν ένα νέο θεωρητικό φάσμα με βαθύ αντίκτυπο στο νου και τον ψυχισμό των πιστών. Το εσκεμμένο άγει το πηγαίο και τα όρια μεταξύ σφετερισμού και αλήθειας είναι δυσδιάκριτα.

Ειδικά όσον αφορά το Ισλάμ, το σημερινό τοπίο αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προοδευτική ανάπτυξη των κινημάτων που δημιουργήθηκαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και της δράσης τους.

Στην παραδοσιακή χαλιφατική παράδοση, η oumma (κοινότητα των πιστών) είναι ένα άχρονο σύνολο, που αντιπροσωπεύει το παρελθόν και το μέλλον των μουσουλμάνων. Εκτεινόμενη σε όλον τον γνωστό κόσμο, δε γνωρίζει χωρικά όρια και σύνορα. Μη όντας ούτε κυβέρνηση, ούτε θεοκρατία, η oumma αποτελεί, βασικά, μία κοινότητα πίστεως. Αυτή η θέαση του κόσμου μεταβάλλεται ραγδαία λόγω των αυξανόμενων φιλοδοξιών των δυτικών στη Μέση Ανατολή, και της σταδιακής παρακμής και πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μέσα σε μια ρεφορμιστική συνθήκη, το Ισλάμ αρχίζει να κρίνεται αποκλειστικά και μόνο από την ικανότητά του να μιμείται δυτικές πολιτισμικές πραγματώσεις. Η νέα αυτή πραγματικότητα αποτελεί απότοκο διαδικασιών, στις οποίες αναμειγνύονται έντονα και οι αγγλο-γαλλικές μυστικές υπηρεσίες της εποχής. Οι νέες πολιτειακές οντότητες που δημιουργούνται, την περίοδο αυτή, στη Μέση Ανατολή, με καθεστώτα δημοκρατικά ή μοναρχικά, αποτελούν, στην ουσία, ρέπλικες του δυτικού στρατιωτικού δεσποτισμού. Ως εκ τούτου, το ετεροκαθοριζόμενο Ισλάμ ολοένα και παρεκκλίνει από τις πρωτότυπες γραμμές του. Το Ισλάμ της υπεριστορικής συνείδησης και της αναφοράς στο αιώνιο πεδίο καθίσταται φορμαλιστικό σύστημα επιβολής. Η αυθεντική sharia (μουσουλμανικός νομικός κώδικας) υποτάσσεται στο δυτικότροπο δόγμα κράτους-έθνους και στο δυτικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Η στρεβλή αντίληψη για τη σαρία μεταλλάσει τη θρησκεία. Η κατασκευασμένη ροπή προκαλεί και την αντι-ροπή της. Το Ισλάμ γίνεται τόπος συσπείρωσης για τους αντίθετους με τις αλλαγές του πολιτισμικού προτύπου, καθώς και για τους αρνητές της προσαρμογής στη νεοτερικότητα. Έτσι, η (μεταφυσική) πίστη καταντά εργαλείο του αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα.

Ως ασπίδα ενάντια στην επιρροή της δυτικής κουλτούρας, το Ισλάμ στρέφεται προς τη ριζοσπαστικοποίηση. Κάπως έτσι δημιουργείται ο ισλαμισμός – ιδεολογία που συναρμόζει θρησκεία και πολιτική, με τρόπο πολύ πιο ρητό απ’ ότι ο κλασικός ισλαμικός κανόνας. Τα ισλαμιστικά κινήματα ενσαρκώνονται, την περίοδο αυτή των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, κυρίως από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, στην ίδρυση και την καθιέρωση των οποίων συμμετέχουν, υλικά και άυλα, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Η συγκεκριμένη οργάνωση, λειτούργησε, μεταξύ άλλων, τη δεκαετία του 1930, ως ιδανικό μέσο αναχαίτισης του αναδυόμενου κομμουνισμού στην Αίγυπτο, ο οποίος απειλούσε τη μοναρχία – συνώνυμο της βρετανικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Η μετάλλαξη και ο κατακερματισμός του Ισλάμ εξασφαλίζει στη Δύση την αδυναμία δημιουργίας χαλιφάτου – όπως ήταν εκείνα της προ-οθωμανικής περιόδου, στοχεύοντας επίσης στη σταδιακή ενσωμάτωση του κόσμου και του πολιτισμού αυτού στον δυτικό, ακόμα και αντιθετικά.

Το μεταρρυθμιστικό πανισλαμικό κίνημα επιβάλει άκαμπτα ιδεώδη. Απαγορεύοντας στους πιστούς την αναζήτηση μεταξύ των φιλοσοφικών σχολών και των μυστικών παραδόσεων του Ισλάμ, και ερμηνεύοντας, κατά το δοκούν, όρους όπως djihad (δίκαιος αγώνας – εσωτερική προσπάθεια του πιστού) και takfir (κριτική, ανάθεμα, αποκλεισμός) – έννοιες της κλασικής ισλαμικής φιλοσοφίας, κατασκευάζει ένα στέρεο ιδεολογικό υπόβαθρο που δικαιολογεί και προωθεί την αντίσταση και τον αγώνα εναντίον της Δύσης. Στόχος του νέου μουσουλμάνου είναι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και η επιβολή της σαρία μέσα στην ιστορικότητα. Ο ισλαμισμός καθίσταται γεωπολιτικο-πολιτισμικός πόλος, αντίθετος στη Δύση και το σύστημα αξιών της.

Αντεπίθεση στην επεκτατική Δύση και πόλεμος στους Σταυροφόρους.

Το φονταμενταλιστικό Iσλάμ παρουσιάζει διαφοροποιήσεις από τόπο σε τόπο, αλλά χρησιμοποιεί παντού τη βία και την τρομοκρατία για την επίτευξη πληγμάτων στους απίστους – μουσουλμάνους και δυτικούς. Η υπονόμευση και η υποδαύλιση, από μεριάς των δυτικών, επίσης διαφοροποιούνται από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή, αλλά αποτελούν πάγιες τακτικές και πρωταγωνιστικές συνιστώσες σε αυτό το παίγνιο της αέναης ανάφλεξης.

Η «επανάσταση» περνάει μέσα από την τρομοκρατία.

Η χρήση βίας νομιμοποιείται στο όνομα του Θεού.

Η πολιτική εργαλειοποιεί τη θρησκεία, ή μήπως το ανάποδο;

Η αυλαία του 21ου αιώνα ανοίγει με djihad. Η οργάνωση al-Qaeda αναλαμβάνει την ευθύνη για το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους την 11/9/2001. Η οργάνωση αποτελεί κλάδο της σαουδαραβικής σέκτας του wahhabisme, al-Qaeda σημαίνει βάση δεδομένων, αφού, στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια λίστα με τους mujahedin αγωνιστές–τρομοκράτες, τους οποίους διαχειριζόταν το αμερικανικό σύστημα σαν θρησκευτικούς αντάρτες εναντίον των άθεων Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, μέσα στο πλαίσιο της στρατηγικής θεωρίας του Zbigniew Brzezinski – Συμβούλου Ασφαλείας του προέδρου Carter, ο οποίος εισηγούνταν την περίσφιξη της Ευρασίας, μέσω της εργαλειοποίησης ριζοσπαστικών θρησκευτικών πυρήνων, για την αποτροπή της καθόδου των Σοβιετικών στον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό. Μία «επιτυχημένη» έκφανση αυτής της γεωπολιτικής στρατηγικής αποτελεί η ήττα των Σοβιετικών στον πόλεμο του Αφγανιστάν, ο οποίος ξεκίνησε το 1979, όχι τυχαία το έτος της ισλαμικής επανάστασης στο Ιράν, που οδήγησε στην ανατροπή του Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί από τον Χομεϊνί και στην επικράτηση του θεοκρατικού καθεστώτος που κυβερνά στο Ιράν έως σήμερα. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η οργάνωση (al-Qaeda) και οι taliban στο Αφγανιστάν, και λόγω ασυμφωνιών σε ζητήματα που αφορούν τη γεω-οικονομία της περιοχής, βγαίνουν εκτός ελέγχου των δυτικών. Το αποτέλεσμα ήταν η 9/11 – γεγονός που έθεσε ολόκληρη την ανθρωπότητα σε μία νέα σφαίρα ύπαρξης, φέρνοντας αντιμέτωπους, σε πρώτη φάση, τον συντηρητικό ευαγγελιστή George Bush Jr, με τον γουαχαμπιστή Σαουδάραβα, άλλοτε συνεργάτη των Αμερικανών, Osama bin Laden.

Το θεολογικής φύσεως τελικό αίτιο της κίνησης και της πράξης μέσα στην Ιστορία δεν αποτελεί αρχή την οποία ασπάζεται αποκλειστικά και μόνο ένα κομμάτι του μουσουλμανικού κόσμου. Οι επεμβάσεις των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή, εκτός από γεωπολιτικο-οικονομικούς λόγους, έχουν επίσης μεσσιανικό υπόβαθρο. Για τους Ευαγγελιστές, ιδιαίτερα η εισβολή στο Ιράκ, βασίζεται στην ιδέα της «χριστιανικής επανάκτησης της Μέσης Ανατολής». Διαπνεόμενοι από την επιτακτική ιδέα της υλοποίησης του «σχεδίου του Θεού», οι Ευαγγελιστές – μία συντηρητική μεταπροτεσταντική σέκτα, που τις τελευταίες δεκαετίες ολοένα και αυξάνει τον αριθμό των πιστών της σε όλες τις ηπείρους, είναι βασικοί υποστηρικτές του κράτους του Ισραήλ (ιδιαίτερα της κυβέρνησης Netanyahu) διότι θεωρούν ότι η δημιουργία του Μεγάλου Ισραήλ αποτελεί το προπαρασκευαστικό στάδιο για «την επιστροφή του Μεσσία», ως αναγγέλλεται στη Βίβλο. Σύμφωνα με τον προτεστάντη λόγιο Franklin Himlin Littel: «Για την ασφάλεια του Ισραήλ είναι αναγκαία μια απόλυτη συμμαχία, η οποία δε θα βασίζεται σε πολιτικά κίνητρα, αλλά θα έχει καθαρά θρησκευτικό υπόβαθρο.». Η συμμαχία μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ έχει, λοιπόν, τόσο γεωστρατηγικές όσο και θεολογικές βάσεις.

Οι σταυροφορίες πυροδοτούν το djihad και το αντίστροφο. Το μίσος εξυπακούεται για τη συνεχή ισχύ της πόλωσης. Κάθε απόπειρα συμφιλίωσης στο τέλος φονεύεται. Όποιος επιδιώκει την ειρήνη είναι προδότης και πρέπει να εξοντώνεται από το ίδιο του το στρατόπεδο. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Anwar Sadat, εκπρόσωπος της χώρας του στις Συνθήκες Ειρήνης του Camp David – μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ το 1978, δολοφονείται, το 1981, από ένα μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων. Αντιστοίχως, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Yitzhak Rabin δολοφονείται, το 1995, από έναν εξτρεμιστή Εβραίο, «στο όνομα του Θεού», δύο χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης με τον Παλαιστίνιο ηγέτη Yasser Arafat, στο Όσλο το 1993.

Παρά την αρχικά ελπιδοφόρα πνοή, με τα δημοκρατικά τους προτάγματα, οι Αραβικές Ανοίξεις αποδεικνύονται χειμώνες – ως κυνικές αποκρυσταλλώσεις της βούλησης των Αμερικανών να απομειώσουν την ισχύ της παρουσίας τους στην περιοχή, υπό την προϋπόθεση της εγκατάστασης ισλαμικών καθεστώτων – εργαλείων της αμερικανικής πολιτικής, απωθητικών προς τη Ρωσία και την Κίνα, σε ολόκληρο το μουσουλμανικό τόξο, που εκτείνεται από το Μαγκρέμπ (Βόρεια Αφρική) έως το Μασρέκ (Μέση Ανατολή). Στην ίδια λογική εγγράφεται και η απόπειρα δημιουργίας τουρκικής «ισλαμοδημοκρατίας» το 2001. Οι δυτικοί συνεργούν, γι’ ακόμα μία φορά, με τα πνευματικά τέκνα του ριζοσπάστη θεωρητικού Sayyid Qutb – τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, συνεργασία που προβάλλεται στο μακελειό της Συρίας – μίας ιδιαίτερα νευραλγικής χώρας – χώρου, ως σταυροδρόμι δύο επιλογών δρομολογίων υδρογονανθράκων – ενός πρώτου, εκκινούντος από το Κατάρ και καταλήγοντος στην Ευρώπη μέσω Σαουδικής Αραβίας, Ιορδανίας, Συρίας και Τουρκίας, κι ενός άλλου που θα ξεκινούσε από το Ιράν για να διασχίσει τη Συρία και τον Λίβανο για να καταλήξει στη Μεσόγειο. Το καθεστώς Άσσαντ αρνείται, ως σύμμαχος των Ρώσων και των Ιρανών, να επιλέξει το πρώτο δρομολόγιο, το οποίο αποτελούσε επιταγή των Δυτικών. Απόρροια αυτής της διάστασης απόψεων θα είναι ο συριακός εμφύλιος και η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους – Daesh / Isis. Η δημιουργία αυτού του κρατικού μορφώματος, αντιβαίνοντας στο σαουδαραβικό – σαλαφιστικό (από το salaf, «προκάτοχοι» ή «πρόγονοι», συντηρητικό σουνιτικό κίνημα, συγγενικό του γουαχαμπισμού) τρόπο διεξαγωγής djihad, όπως αυτός εκδηλώθηκε μέσω της δράσης του Μπιν Λάντεν, αντανακλά τη βούληση ενός παρακλαδιού της Qaeda του Ιράκ, χρηματοδοτούμενου από το Κατάρ, με ηγέτη τον Abu Omar al-Qurashi al-Baghdadi. Στην ίδρυση και τη δράση του Daesh αναμειγνύονται οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι και η επίσημη τουρκική κυβέρνηση.

Η απόφαση χιλιάδων νέων να αναχωρήσουν από την Ευρώπη για να καταταχθούν και να πολεμήσουν στο πλευρό των μαχητών του Ισλαμικού κράτους, καθώς επίσης και οι τρομοκρατικές επιθέσεις εντός Ευρώπης (πταίσματα μπροστά στα απειράριθμα κατορθώματα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας εκτός Ευρώπης, που έχουν ως αποτέλεσμα εκατόμβες νεκρών), στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Βέλγιο, την ίδια περίοδο, θέτουν το ζήτημα της «ριζοσπαστικοποίησης» στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου στη Γηραιά Ήπειρο. Τι κάνει, όμως, ένα νεαρό/νεαρή, a priori μουσουλμάνο ή μη, να προσχωρήσει στο φονταμενταλιστικό Ισλάμ, είτε ως μαχητής του Ισλαμικού κράτους, είτε ως τρομοκράτης, μέσα στο πλαίσιο μιας οργανωμένα άτακτης και συντονισμένα ή μη, ασύμμετρης συνθήκης στη χώρα του;

Η παρεμβατικότητα των Δυτικών στον ενδοϊσλαμικό εμφύλιο και η υπόγεια πυροδότηση της fitna (διαίρεσης) του μουσουλμανικού κόσμου, η προβολή ισχύος και η επιβολή, άμεση ή έμμεση, στρατιωτική, οικονομική, πολιτική ή πολιτιστική του κραταιού δυτικού συστήματος στη Μέση Ανατολή και αλλού στην υφήλιο, ακόμα και οι ανθρωπιστικές παρεμβάσεις είναι βασικοί παράγοντες αφύπνισης τους ριζοσπαστικού Ισλάμ. Η ριζοσπαστικοποίηση, όμως, συναιρώντας το υποκινούμενο με το πηγαίο, αποτελεί και ζήτημα σχέσεων μεταξύ υποστάσεων – ατομικών ή/και συλλογικών. Οι ακραίες οικονομικές ανισότητες, η διαφθορά, η εκμετάλλευση, ο ρατσισμός, η πολιτισμική ασυμβατότητα και το αδιέξοδο της επικοινωνίας μεταξύ κοινωνικών συνόλων με διαφορετική πολιτισμική ή ταξική ιδιοσυστασία – καταστάσεις με βαθύ ψυχολογικό αντίκτυπο που διαπλέκονται και αλληλοεισδύουν η μία στην άλλη, αυξάνουν τα ερείσματα και τη δημοφιλία των ισλαμιστικών τρομοκρατικών δικτύων. Το μίσος και η εκδίκηση θρέφει κι αιτιολογεί το όραμα των ισλαμιστών, που παρεισφρέουν μεθοδικά σε διάφορα κοινωνικά στρώματα και ψυχολογικά υποστρώματα.

Τα αίτια προσχώρησης σε ισλαμιστικά τρομοκρατικά δίκτυα και τα παραδείγματα τρομοκρατικής δράσης, διαφέροντας κατά τόπους, είναι αναρίθμητα και ποικίλουν όπως και τα προφίλ των (επίδοξων) τρομοκρατών.

Στη Νιγηρία, τη φτωχότερη χώρα του κόσμου, κράτος – συνώνυμο της διαφθοράς, του οποίου οι κυβερνήσεις είναι χρηματιζόμενες μαριονέτες – συνεργαζόμενες με διεθνείς πολυεθνικές, των οποίων τα συμφέροντα εξυπηρετούν, όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού πάσχει από ασιτία, και ένα ποσοστό των γυναικών πεθαίνει πάνω στη γέννα λόγω των άθλιων συνθηκών υγιεινής, αυτό το αποτρόπαιο περιβάλλον ακραίας εκμετάλλευσης, αγνής αγανάκτησης και φθηνού θανάτου γέννησε και γιγάντωσε την οργάνωση Boko Haram. Η οργάνωση έχει, από το 2009, ως διακηρυγμένο στόχο να εγκαθιδρύσει στη Νιγηρία ένα ισλαμικό χαλιφάτο, ανατρέποντας την επίσημη κυβέρνηση της χώρας και απαγορεύοντας δραστηριότητες οι οποίες έχουν σχέση με το δυτικό τρόπο ζωής. Σε μια χώρα που η κάθε οικογένεια αριθμεί, από δέκα έως είκοσι μέλη, οι συνθήκες ζωής είναι άθλιες, η κοινωνική πρόνοια και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι έννοιες άγνωστες, οι πλουτοπαραγωγικές πηγές είναι δοσμένες στους «άδικους Δυτικούς» και ο θάνατος είναι πιο συχνό φαινόμενο από το νερό, επιρρωνύονται τα επιχειρήματα και τα κηρύγματα μισαλλοδοξίας κάποιου ριζοσπάστη ιμάμη που, σε τελική ανάλυση, δίνει ένα μπόλ με ρύζι, προσφέροντας λίγη ανθρωπιά σε ανθρώπους χωρίς ελπίδα. Η στρατολόγηση αξιοποιεί το απόστημα μίσους, και η προοπτική ενός «ηρωικού» θανάτου νοηματοδοτεί την τρομοκρατική δράση ενός ανθρώπου που υποφέρει, ο οποίος ίσως και να ζητά έμμεσα μια ευκαιρία να πεθάνει. Ποια άλλη επιλογή έχει; Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αιτίες της προσχώρησης στο τρομοκρατικό δίκτυο είναι, κατά βάση, κοινωνικο-οικονομικές. Η χειροτέρευση των συνθηκών ζωής δεν μπορεί παρά να οξύνει το φαινόμενο, και αποτελεί ψευδαίσθηση το ότι η δυτική στρατιωτική επέμβαση μπορεί να το πατάξει. Οι διαμάχες στις χώρες αυτές δεν μπορούν να λυθούν μόνο μέσω της δράσης τακτικών στρατών, κάτι που αποδεικνύεται από το παράδειγμα της Γαλλίας στο Σαχέλ.

Στη Γαλλία, μία έρευνα που διεξήχθη από τις γαλλικές υπηρεσίες πληροφοριών από κοινού με τη Δικαστική Προστασία Νεότητας (PJJ) σε φακέλους εκατοντάδων εφήβων, οι οποίοι, είτε είχαν άμεση ανάμιξη σε υποθέσεις τρομοκρατίας, είτε είχαν επισημανθεί ως ύποπτοι / υποψήφιοι για τρομοκρατική δράση, 68 εκ των οποίων θα δικάζονταν, ή είχαν ήδη δικαστεί για τρομοκρατικές απόπειρες σε γαλλικό έδαφος, σκιαγραφεί το τοπίο, δίνοντας μία εικόνα για τα κοινωνιολογικά και ψυχολογικά προφίλ των δρώντων. Η συντριπτική πλειοψηφία τους – μετανάστες δεύτερης γενιάς από το Μαγκρέμπ ή το Σαχέλ (από χώρες άλλοτε γαλλικά προτεκτοράτα / αποικίες), που μεγάλωσαν με το μόνιμο αίτημα και την πίεση των γονέων τους για κοινωνική ανέλιξη και καταξίωση στη Γαλλία, διαδικασία που περνά μέσα από την αριστεία στο γαλλικό σχολείο, καθώς επίσης και μέσα από την εξάλειψη των πολιτισμικών, θρησκευτικών ή ιστορικών καταβολών του παιδιού. Η ριζική ενσωμάτωση, στη συνείδηση των γονέων – μεταναστών πρώτης γενιάς – επιτυγχάνεται, συνήθως, μέσω της εκρίζωσης της παλιάς ταυτότητας. Ωστόσο, το ανταγωνιστικό σχολικό περιβάλλον, η σχολική αποτυχία, ο φυλετικός και κοινωνικός ρατσισμός, η περιφρόνηση, η ταπείνωση, το ψυχολογικό bullying, οι προσβολές, ο χλευασμός, ο διασυρμός τόσο από τους συμμαθητές όσο και, σε κάποιες περιπτώσεις, από την πλευρά των εκπαιδευτικών, η αίσθηση του ανεπιθύμητου (άλλου), η περιθωριοποίηση έχουν ισχυρό αντίκτυπο στην ψυχολογία του εφήβου.

Η αδυνατότητα ουσιαστικής ενσωμάτωσης διαμορφώνει στο άτομο ένα βαθύ σύμπλεγμα κατωτερότητας, αλλά και ισχυρές τάσεις εκδίκησης απέναντι σε εκείνους (πρώην αποικιοκράτες), που ενσαρκώνουν την πολιτισμένη κοινωνία και τους προοδευτικούς της θεσμούς. Το σχολείο, το κράτος δικαίου, ακόμα και η οικογένεια τίθενται εν αμφιβόλω και κατακρίνονται. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός λειτουργεί σαν φορέας κριτικής απέναντι σε αυτήν την κατάσταση. Ο αδικημένος αναζητά ανθρώπους σαν αυτόν, με αντίστοιχα βιώματα και κοινούς τόπους. Το ψυχολογικό και κοινωνικο-οικονομικό αδιέξοδο επιτάσσει την ενσωμάτωση και την πίστη σε μία ιδεατή κοινωνία – φορέα μιας γνησιότητας, τόσο σε αξίες όσο και σε πρακτικές. Η θρησκεία γίνεται όχημα κοινωνικοποίησης, κι εδώ παίζουν καθοριστικό ρόλο το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι σε αναζήτηση νέων αξιών και ταυτότητας αγανακτισμένοι νέοι και νέες έρχονται σε επαφή με τα οργανωμένα δίκτυα προσηλυτισμού και στρατολόγησης. Αξίζει να τονιστεί ότι το 90% των ιμάμηδων-εκπαιδευτών στη Γαλλία δεν είναι Γάλλοι πολίτες, αλλά εισαγόμενοι από μουσουλμανικές χώρες. Ως γνωστόν, η βούληση εκδίκησης και η μνησικακία αποτελούν εύφλεκτα υλικά, καθιστώντας το άτομο ευεπίφορο στον προσηλυτισμό και την ακραία στράτευση. «Ο κόσμος είναι δικός σου γιατί είσαι μουσουλμάνος». Η βία νομιμοποιείται στη συνείδηση των πιστών μελετημένα και μεθοδικά.

Έννοιες όπως η hijra: εξορία στη γη, ανταποκρινόμενες στις κοινωνικο-οικονομικές τους δυσκολίες, ασκούν μεγάλη γοητεία στους μαθητευόμενους, οποίοι αναζητούν την ουτοπία μέσω του αγώνα, δίνοντάς τους την απαραίτητη πνοή για την ορμή προς θάνατον. Η ύπαρξη μιας γεωπολιτικής οντότητας που ενσαρκώνει αυτήν την ουτοπία, αποτελεί γι’ αυτούς ένα θαύμα στο οποίο ποθούν να συμμετέχουν και στο οποίο είναι έτοιμοι να επενδύσουν ψυχή και σώμα.

Όπως αποκαλύπτεται από την έρευνα, ένα μικρό ποσοστό τους, αφορά άτομα με ψυχιατρικής φύσεως προβλήματα όπως κατάθλιψη, τάσεις προς αυτό-ακρωτηριασμό, τάσεις αυτοκτονίας, ανορεξία, τα οποία μεταβάλλονται σε τζιχαντιστική επιθετικότητα.

Άλλοι εξ’ αυτών είναι εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου – μέλη συμμοριών, παιδιά των γκέτο, με μίσος για, και σε μόνιμο πόλεμο με τα όργανα της τάξεως. Ο ισλαμικός εξτρεμισμός, τους παρέχει μία ευκαιρία «αναβάθμισης» μέσα στο εγκληματικό αυτό πλαίσιο, όπως συνέβη με τον Amedy Coulibaly – ενός εκ των δραστών της τρομοκρατικής επίθεσης του Ιανουαρίου του 2015 στο Montrouge.

Η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους και οι τρομοκρατικές επιθέσεις σε διάφορες χώρες, λοιπόν, δεν κινούνται μόνο στην πνευματική σφαίρα «της προετοιμασίας για τη βασιλεία του Αλλάχ», αλλά αφορούν επίσης και ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο που έχει στο στόχαστρό του, συμβολικά και φυσικά, κυβερνήσεις, θεσμούς, συστήματα αξιών, καθώς επίσης και κοινωνικές ομάδες – τους « απίστους», τους κακούς μουσουλμάνους, τους ομοφυλόφιλους, τους Εβραίους. Στους φακέλους που αναλύθηκαν φαίνεται πως αυτή η ιδεολογία προβάλει ως μία βολική λύση σε ό,τι έχει να κάνει με την καταδίκη τόσο του οικογενειακού μοντέλου, του «μολυσμένου» από τις αξίες της κοινωνίας υποδοχής (γαλλικής), για την πίστη του σε πλανερούς θεσμούς όπως το σχολείο, η υλιστική ζωή του καπιταλισμού, για την άρνηση της πραγματικής του ταυτότητας (πολιτισμικής και θρησκευτικής), όσο και του θεσμού της δημοκρατίας, όπως αυτός ενσαρκώνεται από το εκπαιδευτικό σύστημα.

Προσφέροντας κατανόηση για τις κακουχίες, προσδίδοντας νόημα στη ζωή, κομίζοντας λόγους και τρόπους δράσης, και νομιμοποιώντας τη βία, η ακραία ιδεολογία – θρησκεία μετατρέπει την κραυγή αγανάκτησης σε κραυγή επίθεσης, ωθώντας τον μυημένο να γίνει μάρτυρας – φορέας Αποκάλυψης μέσα στον κόσμο του ψεύδους.

Ο ισλαμισμός υποσκάπτει το Ισλάμ με τον τρόπο που αμαύρωσε τη λευκή φυλή και μέρος των αξιών της, στην παγκόσμια συνείδηση, ο ναζισμός.

Μαχητές του Θεού έναντι των αθέων Σταυροφόρων, ψυχιατρικά διαταραγμένοι μοναχικοί λύκοι, χρήσιμοι ηλίθιοι, οι τζιχαντιστές-τρομοκράτες και τα παράγωγα της δράσης τους, συνιστούν, συν τοις άλλοις, φορείς επίσπευσης της αναδιαμόρφωσης του ιστορικού γίγνεσθαι.

Η χρηστική αξία των ρευμάτων του τζιχαντιστικού νεφελώματος ποικίλει. Ως φορείς ισχύος, χρησιμοποιούνται από κυβερνήσεις και συστήματα – όπως το ερντογανικό – είτε για τη διακίνηση όπλων, λαθραίου πετρελαίου και ναρκωτικών, είτε ως εργαλεία εκβιασμού – για την ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση μίας κοινωνίας – στόχου.

Η ισλαμική τρομοκρατία είναι φαινόμενο περίπλοκο μέσα στην απολυτότητά του. Στους κόλπους της, η βία συντίθενται με το ιερό, η κοινή εγκληματική δράση συνδυάζεται με τη θεολογία, και οι γεωπολιτικο-οικονομικές σκοπιμότητες σμίγουν με την αναζήτηση βαθύτερου υπαρξιακού νοήματος. Είναι φαινόμενο, το οποίο εγγράφεται στην κρίση αξιών μιας μεταβατικής εποχής και ακραία έκφανση της ριζοσπαστικοποίησης που την χαρακτηρίζει.

Μέρος 4ο

Τη συνέχεια τη βλέπω! Η σοφία μου έχει απαξιωθεί όσο και το χάος. Αλλά τι είναι η δική μου εκμηδένιση μπροστά στην αποβλάκωση που περιμένει εσάς;
(Ρεμπώ)

Μέσα στο ψηφιακό σπήλαιο των ψευδαισθήσεων του τεχνολογικού ντετερμινισμού, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης του άυλου καπιταλισμού, σε έναν κόσμο που είναι πλασμένος για να ομοιομορφοποιεί, αφού (θέλει να βλέπει) παντού μία άμορφη μάζα – έναν αλγοριθμοποιημένο πληθυσμό, στον μετα-πολιτισμό του νέο-φιλελευθερισμού και των ατελεύτητων δικαιωμάτων, των κάθε λογής ταυτοτήτων, και της εξολόθρευσης των αντιφρονούντων – φορέων του «παλαιού καθεστώτος», δια της οδού του επιχειρήματος του «υποκειμενικού αφηγήματος», οι παραδοσιακές ταυτότητες απειλούνται και, ως εκ τούτου, αντιστέκονται με τη βία που το κάνει ένα είδος υπό εξαφάνιση. Μέσα σε αυτήν την απολίτιστα «πολυπολιτισμική» συνθήκη της χαρούμενης παγκοσμιοποίησης, η αποικιοποίηση της ανθρώπινης συνείδησης, δια της εμφύτευσης σε αυτή μιας αίσθησης ματαιότητας, προάγει το μοτίβο ενός παγκόσμιου πολίτη – καταναλωτή, ανίκανου να ατενίσει πέραν του ορίζοντα της προσωπικής του απόλαυσης, την οποία μεταφράζει σε αυτοπραγμάτωση.

Ούτε φύση, ούτε μνήμη, ούτε νόημα, ούτε πίστη σε κανένα επέκεινα. Η επιβολή της επιπεδότητας, η ακύρωση των παραδοσιακών ταυτοτήτων και η ισοπέδωση των θρησκειών, των εθνών και των ιδεολογιών μέσα στο άυλα υλιστικό σύμπαν του εικονικού ναρκισσισμού, της αλαζονικής ουδετερότητας της επαυξημένης πραγματικότητας, των διαδικτυακών ακοινώνητων κοινωνιών και των ατόμων της καθημερινής επανεφεύρεσης, χαρακτηρίζεται από μια δημιουργικότητα, η οποία προϋποθέτει τον μηδενισμό. Αυτή η έλλειψη νοήματος εξηγεί την επιστροφή της εσχατολογίας. Ο εκμηδενισμός τους, κινητοποιεί τις παραδοσιακές ταυτότητες να αντεπιτεθούν – ως ανάγκη μιας ετερότητας να υπάρξει και να εκφραστεί. Η όποια αντίδραση, όμως, χειραγωγούμενη ή μη, στις περισσότερες των περιπτώσεων παίρνει ένα πρόσημο ριζοσπαστισμού και ακραίου συντηρητισμού – διαδικασία που καταλήγει υπονομευτική, αποδομητική και αυτοκαταστροφική για τις φιλοσοφικές καταβολές και την όντως πνευματικότητα τους, προσομοιάζοντας έτσι στον απεγνωσμένο καμικάζι, η υπαρξιακή κατάφαση του οποίου συνεπάγεται την ιδανική του αυτοχειρία.

Σήμερα, λοιπόν, η βιομηχανοποίηση του τρόμου είναι άμεσα συνυφασμένη με την εμπορευματοποίηση του μηδενισμού. Και για τις δύο τάσεις υπάρχουν προκατασκευασμένες αιτιολογίες και συγκαταθέσεις.
Όσο και αν θιγόμαστε από τη δίνη της θρησκευτικής ή άλλου τύπου τρομοκρατίας, οφείλουμε να μελετήσουμε νηφάλια τις εκδηλώσεις και τις λογικές της λειτουργίας της. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα είμαστε σε θέση να φωτίσουμε αθέατες πλευρές και να καθοδηγήσουμε αποτελεσματικά τη δράση των θεσμών, χωρίς συνθήματα και εκρήξεις ενός, προσβεβλημένου από οιαδήποτε ιδεολογία, θυμικού.

Εξειδικεύοντας στο φονταμενταλιστικό Ισλάμ, η ιδεολογία της μη (δια)κρίσης φτάνει, σε πολλές περιπτώσεις, στην έμμεση ταύτιση Ισλάμ και ισλαμισμού, τσουβαλιάζοντας θύτες και θύματα, και ίσως οδηγήσει στην απολυτότητα της καθολικής στοχοποίησης. Οι απανταχού δικαιωματιστές, καλό θα είναι να μην αποκλείουν το ενδεχόμενο της οργανωμένης δράσης των ριζοσπαστικών κέντρων του ισλαμισμού. Αυτή τους η ανοχή ίσως κριθεί μετέπειτα ένοχη. Τα ποικίλα ισλαμιστικά χτυπήματα, στον δυτικό κόσμο, καλλιεργούν, εκούσια ή ακούσια, το επιχείρημα της «θανάσιμης απειλής για τη λευκή φυλή», ρίχνοντας λίπασμα στο δέντρο του νέο-φασισμού και του νεοναζισμού. Ο εθνομηδενισμός των εθελοντών στη ΜΚΟ της παγκόσμιας διακυβέρνησης ευνοεί τους εθνοεπαγγελματίες. Η πόλωση εντείνεται και το χάσμα μεταξύ των στρατοπέδων διευρύνεται.

Και ισλαμοφοβία και ισλαμοφασισμός, και εθνομηδενισμός και ακραίος εθνικισμός και μυωπικός αριστερισμός και μονόφθαλμος φιλελευθερισμός, μέσα στο χρηματιστικοποιημένο σύμπαν – matrix του κατασκοπευτικού καπιταλισμού.

Όσο κεντρομόλες είναι οι δυνάμεις του παγκόσμιου πολιτισμικού παραδείγματος, τόσο περισσότερες φυγόκεντρες τάσεις αναπτύσσονται. Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός υπερεστίασης σε ένα παγκόσμιο πολιτισμικό κοσμοείδωλο τόσο περισσότερες εστίες έκρηξης δημιουργούνται. Δύνανται, όμως, να πετύχουν καίρια πλήγματα στο ομογενοποιητικό παγκόσμιο σύστημα, ή μήπως καταλήγουν να παίζουν το δικό του παιχνίδι; Το παιχνίδι μιας προδιαγεγραμμένα αποτυχημένης ανταρσίας δύο ή περισσότερων στρατοπέδων απέναντι στον παγκόσμιο εικονικό μετα-πολιτισμό του instagram και του tik-tok, του 5G και της A I, των robots, των cyborgs και της οικονομιστικο-τεχνικιστικής δυστοπίας;

Το «Τέλος της Ιστορίας*» οδηγεί στη «Σύγκρουση των πολιτισμών**»;

Πέραν, όμως, των μερικών θεωρητικών κατασκευών, του ρεαλισμού και του ιδεαλισμού, ή της εξειδίκευσης αυτής της συγκρουσιακής διαλεκτικής σχέσης σε μία ιστορική περίοδο, μήπως αυτό που καλούμε ανθρώπινη Ιστορία ξεδιπλώνεται στη λογική ενός διηνεκούς ολοκαυτώματος με εκεχειρίες πολιτισμού; Και ανεξαρτήτως του τρόπου που υποκινείται και κινείται ο Άνθρωπος μέσα στον χωροχρόνο, γραμμικά, σπυροειδώς ή κυκλικά, υποκείμενος στη μυθολογικο-τεχνολογική του μοίρα, μήπως οι Ιφιγένειες ήταν, είναι και θα είναι πάντα αναγκαίες για να τρέφεται η Μέδουσα της Ιστορίας;


*έμμεση αναφορά στο έργο του Francis Fukuyama: Το τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος.
**έμμεση αναφορά στο έργο του Samuel Huntingon: Η σύγκρουση των Πολιτισμών.

Για το παρόν άρθρο χρησιμοποιήθηκαν τα ακόλουθα έργα / άρθρα:

  • Jean-François Colossimo, Aveuglements, religions, guerres, civilisations, Les éditions du cerf., 2018.
  • Pierre Conesa, Avec Dieu, on ne discute pas !, Robert Laffont, 2020.
  • Richard A. Clarke, Against All Enemies: Inside America’s War on Terror, Free Press, New York, 2004.
  • Fabien Carrié, La Fabrique de la radicalité. Une sociologie des jeunes djihadistes français, Seuil, Paris, 2018.
  • Robin Cook, «The struggle against terrorism cannot be won by military means», The Guardian, London, 8 July 2005.
  • François Burgad, Comprendre l’Islam politique, une trajectoire de recherche sur l’altérité islamiste, 1973 – 2016, La Découverte, 2016.
  • Hicham Alaoui, «Une idéologie compromise par l’exercice du pouvoir, Échec de l’utopie islamiste», Le Monde diplomatique, Paris, novembre 2018.
  • Alexandre del Valle, Emmanuel Razavi, Le Projet: La stratégie de conquête et d’infiltration des frères musulmans en France et dans le monde, ARTILLEUR, 2019.
  • Philippe-Joseph Salazar, Suprémacistes. L’enquête mondiale chez les gourous de la droite identitaire, Plon, 2020.
  • Ιωάννης Θ. Μάζης, Γεωπολιτικά Ζητήματα στην Ευρυτέρα Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο, Λειμών, Αθήνα, 2017.
Categories
Articles

Βιογραφώντας τον μαύρο χρυσό το 2020 – μια συμφωνία που φτάνει στο τέλος της; (Μέρος Β’)

κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα (Ηράκλειτος)

1945 – 2000

Αραβικό αντάντε, ψυχροπολεμικό αντάτζιο

Το γεγονός που καθόρισε, σε σημαντικό βαθμό, τη διαμόρφωση του τοπίου του πετρελαϊκού κόσμου μετά τον Β’ΠΠ, θέτοντας τους όρους της νέας εποχής και τα θεμέλιά της, τα οποία τρίζουν σήμερα, είναι η «Συμφωνία του αιώνα». Μετά τη Γιάλτα, πιο συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 1945, οι ΗΠΑ, μέσω του προέδρου Ρούσβελτ, και η Σαουδική Αραβία του Ibn Saoud συμφωνούν την παροχή άφθονου και φθηνού πετρελαίου στις ΗΠΑ από την Σαουδική Αραβία αντί της αμερικανικής στρατιωτικής προστασίας στο σαουδαραβικό καθεστώς. Το φθηνό, εύκολα προσβάσιμο και καλής ποιότητας σαουδαραβικό πετρέλαιο είναι αναγκαίο για την ατμομηχανή της υπερδύναμης και την οικονομία της, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Επιθυμώντας να σκιαγραφήσουμε το μεταπολεμικό τοπίο θα κάνουμε μία σπερματική αναφορά σε κάποια βαρύνοντα γεγονότα της ιστορίας του μαύρου χρυσού που δίνουν το στίγμα της λογικής στην οποία υπάκουσε η βιογραφία του από το τέλος του Β’ΠΠ έως την εποχή μας, η οποία αποτελεί άλλο ένα μεταβατικό στάδιο.

Απομειώνοντας την ισχύ και, ως εκ τούτου, εκθρονίζοντας τις δύο άλλοτε Μεγάλες Δυνάμεις – Μ. Βρετανία, Γαλλία, ο μεταπολεμικός είναι ένας κόσμος οξύμωρος μέσα στον σαφή διπολισμό του. Το ιστορικό γίγνεσθαι της περιόδου αυτής αναδύεται μέσα από την πολυεπίπεδη διαλεκτική σχέση, συγκρουσιακή αλλά και συνεργατική, των δύο υπερδυνάμεων – ΗΠΑ, ΕΣΣΔ.

Στα του πετρελαίου, παρότι περνάμε από την εποχή των τυχοδιωκτισμών στην εποχή των θεσμών, το πετρελαϊκό παίγνιο θα συνεχίσει να παίζεται σε ένα τραπέζι διαπλοκής υπερ-εταιρειών, κυβερνήσεων κυριάρχων κρατών, στρατών, υπερεθνικών θεσμών, τραπεζών και μυστικών υπηρεσιών.

Ποτέ μέσα στη γνωστή Ιστορία και την πολιτική ο νόμος δεν αναίρεσε την υπονόμευση και οι όροι δεν ήραν τον μετεωρισμό. Το περισσότερο ανάγλυφο δεν απαλείφει το σκοτεινό. Με αυτά ως δεδομένα, το κολάζ της ιστορίας του μαύρου χρυσού παραμένει περίπλοκο και δυναμικό. Οι νέου τύπου δρώντες που προστίθενται την περίοδο αυτή – υπερεθνικοί οργανισμοί (ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΠΟΕ, κ.ά.) και συσσωματώσεις κρατών με κοινά συμφέροντα (ΟΠΕΚ, CENTO, κ.ά.), κομίζουν τη δυνατότητα της κεντρικότερης ρύθμισης σε ό,τι έχει να κάνει με τις διεθνείς σχέσεις και, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπάγεται και η γενικότερη διαχείριση του μαύρου χρυσού. Ωστόσο, την ίδια εποχή που αυτή η περισσότερο θεσμική οντολογία θέτει κανόνες, παράγονται ταυτόχρονα εκρήξεις με σημαντικό παγκόσμιο αντίκτυπο. Το μεταπολεμικό περιβάλλον παραμένει πολεμικό.

Πλούσια πηγή και χαίνουσα πληγή στο σώμα της υφηλίου, η Μέση Ανατολή είναι ο κύριος προμηθευτής πετρελαίου στον δυτικό κόσμο και την Άπω Ανατολή, και το θέατρο των κρισιμότερων δρωμένων που αφορούν την ιστορία του μαύρου χρυσού.

Η μόνιμη βούληση ελέγχου της περιοχής, πρώτα (πριν τον Β’ΠΠ) από τις δυτικές υπερδυνάμεις – Μ. Βρετανία και Γαλλία, και, μετά τον Β’ΠΠ, από τις ΗΠΑ, καθώς και η μόνιμη μέριμνα των Ευροατλαντιστών για τη μη κάθοδο των Ρώσων – Σοβιετικών στη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο εξακολουθούν.

Το 1946, η άρνηση του Στάλιν να παραιτηθεί από το Αζερμπαϊτζάν – ένα σοβιετοποιημένο κράτος που εξασφάλιζε στους Σοβιετικούς τον έλεγχο στις πετρελαιοπηγές του Βορείου Ιράν, σημαίνει την αρχή του Ψυχρού Πολέμου.

Η «αντίσταση στον κομμουνισμό» και η πολιτική ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης σε Μεσόγειο και Μέση Ανατολή, που συνεπάγεται τη διατήρηση σε φιλοδυτική τροχιά κρατών της περιοχής όπως το Ιράν, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ευρωατλαντική κυριαρχία στην περιοχή, όπως εκφράζεται στο Δόγμα Τρούμαν του 1947.

Ωστόσο, το 1951 η ιρανική εθνικιστική κυβέρνηση Μοσαντέκ (για τον οποίο υπήρχαν φόβοι συνεργασίας με τους Σοβιετικούς) εθνικοποιεί την Anglo-Iranian Oil Company, γεγονός καταστροφικό για τα αγγλοαμερικανικά συμφέροντα, αφού την ίδια εποχή τα διυλιστήρια του Αμπαντάν ήταν η κύρια πηγή ανεφοδιασμού των ατλαντικών στρατευμάτων που συμμετείχαν στον πόλεμο της Κορέας. Για τον λόγο αυτό, δύο χρόνια μετά, το καθεστώς ανατρέπεται από τους Αγγλοαμερικανούς. Την εξουσία αναλαμβάνει εκ νέου ο Σάχης Ρεζά Παχλεβί. «Το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Μοσαντέκ και το υπουργικό συμβούλιο του Εθνικού Συμβουλίου, έγινε υπό τη διεύθυνση της CIA σε μια πράξη εξωτερικής πολιτικής», αναφέρει αποχαρακτηρισμένο έγγραφο.

Το 1955 υπογράφεται μεταξύ Τουρκίας, Ιράκ, Βρετανίας, Πακιστάν και Ιράν, το Σύμφωνο της Βαγδάτης – διπλωματική απόπειρα με σαφή στόχο την ανακοπή της Σοβιετικής παλίρροιας προς την περιοχή.

Η Σοβιετική Ένωση πλημμυρίζει την παγκόσμια αγορά πετρελαίου με φθηνό πετρέλαιο, με αποτέλεσμα οι «επτά αδερφές» – μεγάλες αγγλοσαξονικές πετρελαϊκές, να αποφασίσουν ως απάντηση τη μείωση της τιμής του βαρελιού κατά 18 cents, εν έτει 1959. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση κατά 10% των κερδών των πετρελαιοπαραγωγών χωρών.

Το 1960 είναι μία ιδιαίτερα σημαντική χρονιά στην ιστορία του μαύρου χρυσού. Με πρωτοβουλία των Πέρεζ Αλφόνσο (υπουργός πετρελαίου της Βενεζουέλας) και Αμπντουλλάχ Ταρίκι (υπουργός της Σαουδικής Αραβίας) ιδρύεται, στη Βαγδάτη, ο OPEC – Οργανισμός Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών. Μέλη του: η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ, και η Βενεζουέλα. Κύρια επιδίωξη των ιδρυτικών μελών του οργανισμού ήταν η σταδιακή χειραφέτηση των κρατών από τις μεγάλες αγγλοσαξονικές πετρελαϊκές εταιρίες και η δικαιότερη κατανομή των κερδών. Ο οργανισμός, οι κατά καιρούς αποφάσεις του οποίου θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην τιμή του πετρελαίου, ειδικά κατόπιν των αλλεπάλληλων εθνικοποιήσεων που έλαβαν χώρα τη δεκαετία του 1970, με την πολιτική του θα καθορίσει το πετρελαϊκό γίγνεσθαι για πάνω από μισό αιώνα. Επιρροή, που όπως θα δούμε στη συνέχεια, μειώνεται σημαντικά την εποχή μας.

Μία πρώτη πετρελαϊκή κρίση αχνοφαίνεται το 1971 στις ΗΠΑ, με τα πρώτα σημαντικά ελλείμματα και τη μειωμένη παραγωγή, συμβάν προπομπός αυτού που πρόκειται να επακολουθήσει.

Η δημιουργία του κράτους του Ισραήλ και η συσπείρωση των Αράβων γύρω από το Παλαιστινιακό ζήτημα είναι γεγονότα άμεσα συνυφασμένα με το πετρέλαιο. Ο μαύρος χρυσός καθίσταται όχημα εκβιασμού και πολιτικής επιρροής για τον αραβικό κόσμο.

Ο πόλεμος του Γιομ Κι Πουρ μεταξύ Ισραήλ από τη μία πλευρά κι ενός συνασπισμού αραβικών κρατών υπό την ηγεσία της Αιγύπτου και της Συρίας από την άλλη, τον Οκτώβριο του 1973, σηματοδοτεί την πρώτη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση. Το εμπάργκο και η άνοδος των τιμών – από 3 σε 11 δολάρια το βαρέλι, με βασικά απότοκα την αύξηση των τιμών των αγαθών και τις ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις στις εξαρτημένες από το αραβικό πετρέλαιο κοινωνίες της Δύσης, έχουν σημαντικές οικονομικές και ψυχολογικές επιπτώσεις.

Στοχοποιημένες από το εμπάργκο λόγω της στήριξής τους στο κράτος του Ισραήλ, οι ΗΠΑ, υποταγμένες στην εισαγωγή αργού πετρελαίου, αναγκάστηκαν από τότε να μειώσουν την εξάρτησή τους σε μία περιοχή που θεωρούν ανεπαρκώς ελεγχόμενη γεωπολιτικά και στρατιωτικά. Μετά το 1973, η ασφάλεια των πετρελαϊκών αποθεμάτων καθίσταται ύψιστη έγνοια των μελών του ΝΑΤΟ. Με πρωτοβουλία της Ουάσινγκτον, οι χώρες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, δημιουργούν το 1974, το Διεθνή Οργανισμό Ενεργείας, με σκοπό την εναρμόνιση των θέσεών τους και τη συνδιαχείριση των στρατηγικών αποθεμάτων, καθώς και την ενθάρρυνση της πετρελαϊκής παραγωγής εκτός ΟΠΕΚ, πολιτικές που στόχευαν στη σταδιακή αποδέσμευση από τις κλασικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες και τη διεύρυνση των αποθεματικών πηγών, σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα κοιτάσματα που δεν ήταν προσοδοφόρα πριν το 73’ (Βόρεια Θάλασσα, Μεξικό, Κόλπος Γουινέας) να καταστούν εκμεταλλεύσιμα. Μολαταύτα, παρά τις ρητορικές τους ενστάσεις, οι δυτικές χώρες παρέμειναν σχετικά ενδοτικές στις πολιτικές των χωρών του ΟΠΕΚ, λόγω του ότι τους ήταν πολύ δύσκολο και δαπανηρό να εξορύξουν πετρέλαιο όπως αυτό της Βραζιλίας, το βαρύ πετρέλαιο του Καναδά και τo μη συμβατικό αμερικανικό πετρέλαιο.

Όπως προαναφέραμε, η πολιτική υψηλών τιμών του ΟΠΕΚ είναι χειραφετητική, αφού υπηρετεί μία λογική διόρθωσης της «γελοίας» τιμής που επιβλήθηκε από το καρτέλ των «7 αδερφών» – των μεγάλων αγγλοσαξονικών εταιριών που κυριάρχησαν στην πετρελαϊκή βιομηχανία μέχρι τη δεκαετία του 1970. Ως εκ τούτου, στην πρώτη τους συνδιάσκεψη στο Αλγέρι το 1975, οι χώρες του ΟΠΕΚ υπογράμμισαν ότι το πετρέλαιο πρέπει να αποτιμάται ως μία πηγή σπάνια και μη ανανεώσιμη και συμφώνησαν στην κοινή προσπάθεια διατήρησης αυτού του αγαθού προς όφελος των μελλοντικών γενεών. Συνειδητά, λοιπόν, ο Οργανισμός προτίμησε τη διατήρηση υψηλότερων τιμών από την αύξηση του μεριδίου του στην αγορά.

Μεταγενέστερα αποδείχθηκε πως η αμερικανική διπλωματία, με επικεφαλής τον Χένρυ Κίσσινγκερ, βρίσκονταν πίσω από την πολιτική ανόδου των τιμών του μαύρου χρυσού από το Ιράν του Σάχη και τη Σαουδική Αραβία. Η αύξουσα ισχυροποίηση του Ιράν και η ιδία βούληση του Σάχη για επιθετική επέκταση στην περιοχή εναντίον των αραβικών κρατών και απόλυτη κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο είχε τα αντίθετα αποτελέσματα.

Το 1976 δημιουργείται ένας συνασπισμός μυστικών υπηρεσιών που ονομάστηκε «Λέσχη Σαφάρι» (Safari Club). Αυτός ο συνασπισμός εξελίχθηκε σε ένα πολύ μυστικό σύστημα συντονισμού υπηρεσιών πληροφοριών, που διήρκησε για δεκαετίες. Δημιουργήθηκε σε μία εποχή κατά την οποία η CIA αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, διότι ήταν αντικείμενο ερευνών σχετικά με το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.

Το Ιράν, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, το 1976, δημιούργησαν τη Λέσχη Σαφάρι για να διεξάγουν μέσω των δικών τους υπηρεσιών πληροφοριών επιχειρήσεις που τώρα ήταν δύσκολες για τη CIA. Κύριος οργανωτής της Λέσχης Σαφάρι ήταν ο Alexandre de Marenches, αρχηγός των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών.

Όταν ο Jimmy Carter έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ, το 1977, διόρισε πληθώρα μελών του think tank Trilateral Commission, στην κυβέρνησή του. Το think tank ιδρύθηκε το 1973 από τον διεθνολόγο Zbigniew Brzezinski και τον επιχειρηματία David Rockefeller. Προσηλυτισθείς στην Τριμερή Επιτροπή, ο Κάρτερ κάνει τον Brzezinski, ο οποίος πίεζε για την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης, με σκοπό την τελική υπεροχή της Ουάσινγκτον επί της Μόσχας, Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας της κυβέρνησής του. Η κυβέρνηση Κάρτερ θα υιοθετήσει το θεώρημα Brzezinski περί αξιοποίησης του ριζοσπαστικού ισλαμικού στοιχείου για τη βαλκανοποίηση της Εγγύς Ανατολής και την άσκηση πιέσεων σε βάρος της Σοβιετικής Ένωσης.

Παρότι η Chase Manhattan Bank ήταν ο πρώτος άμεσα ωφελημένος από την πολιτική Κάρτερ για το πάγωμα ιρανικών περιουσιακών στοιχείων μετά την κατάληψη της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ιράν, παίχτηκαν στη συνέχεια – με αφορμή αυτό το γεγονός – τεράστια κερδοσκοπικά παιχνίδια στο πετρέλαιο. Με την πολιτική των ΗΠΑ, το 1979, ουσιαστικά αποκλείεται η πρόσβαση του Ιράν στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Η απουσία του ιρανικού πετρελαίου από την παγκόσμια αγορά πυροδότησε μεγάλες αυξήσεις στην τιμή του μαύρου χρυσού κατά το χρονικό διάστημα 1979-1981.

Επίσης, το 1979 η British Petroleum ακύρωσε σημαντικά συμβόλαια προμήθειας πετρελαίου και το ίδιο έπραξε και η Royal Dutch Shell, οδηγώντας τις τιμές του πετρελαίου ακόμα ψηλότερα.

Οι χώρες που εξήγαγαν πετρέλαιο πλημμύρισαν με πετροδολάρια, τα οποία κατέθεταν σε δυτικές τράπεζες που, με τη σειρά τους, τα μετέτρεπαν σε δάνεια προς αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες είχαν ανάγκη χρηματοδοτήσεων, για να αγοράσουν το πολύ ακριβότερο πλέον πετρέλαιο.

Μετά το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ του 1979, ο τότε πρόεδρος της Fed – Paul Volcker, πρώην υπάλληλος της Ροκφελερικής τράπεζας, αύξησε τα επιτόκια από 2%, που ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970, σε 18% στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες δεν μπορούσαν πλέον να πληρώσουν τόσο υψηλούς τόκους για τα δάνειά τους και γι’ αυτό εξαπλώθηκε μια σοβαρή πιστωτική κρίση στον Τρίτο Κόσμο κατά τη δεκαετία του 1980, οπότε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα έσπευσαν να «διασώσουν» αυτές τις χώρες με «διαρθρωτικά προγράμματα» που εξασφάλιζαν τον δυτικό έλεγχο επί των οικονομιών του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στο Ιράν – νευραλγικό γεωπολιτικό σημείο, οι ΗΠΑ, με πλήρη μυστικότητα, βοήθησαν την άνοδο του Χομεϊνί στην εξουσία και αμέσως μετά πυροδότησαν μια σύγκρουση στην περιοχή, δηλαδή τον πόλεμο Ιράν – Ιράκ.

Από 3 δολάρια το βαρέλι το 1973, η τιμή του πετρελαίου αγγίζει, το 1981, τα 34 δολάρια. Το τέλος της φθηνής ενέργειας και παραγωγής έχουν ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της οικονομικής ανόδου της Δυτικής Ευρώπης, την υποχώρηση του κεϋνσιανού πνεύματος και του παραγωγικού ρόλου του κράτους, την φιλελευθεροποίηση και τις ιδιωτικοποιήσεις. Η εποχή που η οικονομική ευημερία συνδεόταν με το κοινωνικό κράτος παρέρχεται.

Η βασική επιδίωξη της προεδρίας Ρήγκαν, που ξεκίνησε το 1981, στον τομέα των υδρογονανθράκων, είναι η αποφυγή δημιουργίας του μεγάλου αγωγού φυσικού αερίου Σοβιετικής Ένωσης – Ευρώπης. Τα γεγονότα του 1981 στην Πολωνία, με τον σοβιετικά υποκινούμενο στρατιωτικό νόμο, επέτρεψαν στην αμερικανική διοίκηση την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στην Πολωνία και την επιβολή πλήρους εμπάργκο στο σχέδιο δημιουργίας του σοβιετικού αγωγού.

Η πτώχευση και τελική πτώση της Σοβιετικής Ένωσης συνυφαίνεται άμεσα με την επιρροή του πετρελαίου στις διεθνείς σχέσεις. Ο δαπανηρός και αποτυχής πόλεμος των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν (που ξεκίνησε το 1979) είχε ήδη αποδυναμώσει σημαντικά την οικονομία της ΕΣΣΔ. Ωστόσο, το καθοριστικό χτύπημα έρχεται με την αμερικανο-σαουδαραβική συμφωνία του 1985. Οι ΗΠΑ πείθουν τους Σαουδάραβες να παράξουν και να ρίξουν μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου στην αγορά έτσι ώστε να μειωθεί η τιμή του μαύρου χρυσού, κάτι που υπονόμευσε τη σοβιετική οικονομία, η οποία βασιζόταν, κατά κύριο λόγο, στο πετρέλαιο, οδηγώντας την στην τελική καταστροφή.

Ο Πόλεμος του Κόλπου αποτελεί το πρώτο επεισόδιο του μεταψυχροπολεμικού δράματος. Η εισβολή του Σανταμικού Ιράκ στο Κουβέιτ ανησυχεί τις ΗΠΑ. Η αμερικανική συμμετοχή στον πόλεμο έχει ως μοναδικό στόχο την προστασία των πετρελαϊκών αποθεμάτων των συμμάχων τους – μοναρχιών του Κόλπου.

Η απόλυτη εξάρτηση της αμερικανικής κοινωνικο-οικονομικής ζωής από τον μαύρο χρυσό καθιστά κάθε υποψία απειλής θανατηφόρα και ως εκ τούτου άμεσα κολάσιμη.

Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης George Bush Jr – Dick Cheney: «οι ΗΠΑ είναι ένα έθνος σπουδαίο χάρη στην πετρελαϊκή βιομηχανία.». Έτσι, ο δεύτερος Πόλεμος του Κόλπου γίνεται επίσης για το πετρέλαιο του Ιράκ, ο έλεγχος των αποθεμάτων του οποίου θα έδινε στις ΗΠΑ τη δυνατότητα μίας σημαντικής αύξησης της παραγωγής.

Σήμερα, κανένας από τους κύριους δρώντες δεν ελέγχει απόλυτα την πετρελαϊκή αγορά. Επικρατεί μια συνθήκη απορρύθμισης σε ένα πιο πολυπολικό σκηνικό.

Επιπλέον, η Κίνα αναπτύσσει τη δική της πλανητική πετρελαϊκή διπλωματία, κάνοντας, παντού στον κόσμο, συμμαχίες που τις εξασφαλίζουν την αναγκαία για τη βιομηχανία και τη γενικότερη κίνηση και δραστηριότητά της ενέργεια, και εξαγοράζοντας άλλοτε δυτικούς πετρελαϊκούς κολοσσούς.

Αξίζει να σημειωθεί πως από το 1964 ανακαλύπτεται όλο και λιγότερο πετρέλαιο, παρά το ότι η τεχνολογία εξελίσσεται. Για κάθε έξι βαρέλια που καταναλώνονται ανακαλύπτεται μόλις ένα. Η αναζήτηση νέων αποθεμάτων μαύρου χρυσού σε νέες περιοχές και η ανακάλυψη εναλλακτικών πηγών ενέργειας χαρακτηρίζει την κρίσιμη περίοδο μετάβασης στην οποία βρισκόμαστε.

Ο μαύρος χρυσός το 2020

Iντερλούδιο ή ρέκβιεμ;

Η σταδιακή μεταβολή τεχνολογικού, ενεργειακού, οικονομικού και κοινωνικού παραδείγματος είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της μεταβατικής εποχής στην οποία έχουμε διέλθει, η οποία, όπως κάθε εποχή μετάβασης, είναι μια εποχή κρίσης και αντιπαράθεσης. Το πετρέλαιο αντλούσε και εξακολουθεί να αντλεί την σημαντικότητά του, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από την καθοριστική συμβολή του ως καύσιμο για τις μεταφορές. Όμως, στην ηλεκτρική εποχή ο τροχός είναι ξεπερασμένος. Την εποχή της τηλε-εργασίας, της τηλεδιασκέδασης και συνολικότερα της τηλε-σχέσης με το(ν) άλλο(ν), έχουμε εισέλθει στη συνθήκη μίας βιωτής, που σταδιακά αντικαθιστά το εκ του σύνεγγυς από το εξ’ αποστάσεως. Οι νέες μορφές μεταφορών κι επικοινωνιών, οι νέες εργασιακές δομές, η απεξάρτηση του χρήματος από πρωτόγονες πρώτες ύλες και η αλλαγή των μορφών παραγωγής σηματοδοτούν, για πολλούς, το τέλος της εποχής των υδρογονανθράκων. Σύμφωνα με αυτή τη μερίδα των ειδικών, ζούμε στην περίοδο των τελευταίων αγοραπωλησιών υδρογονανθράκων, για να μπουν τα κεφάλαια σε νέες μορφές ενέργειας. Η μετάβαση στον νέο τεχνολογικό πολιτισμό παράγει σύγκρουση. Η παρούσα σύγκρουση, στον τομέα του πετρελαίου – υδρογονανθράκων, έχει δύο πρόσωπα. Αφ’ ενός μεν, οι κυρίαρχοι δρώντες του πετρελαϊκού κόσμου συγκρούονται μεταξύ τους, αφ’ ετέρου δε, η απεξάρτηση του χρήματος από τις πρωτόγονες πρώτες ύλες φέρνει αντιμέτωπους σημαντικούς δρώντες του παλαιού κόσμου με τους οραματιστές/σχεδιαστές του μέλλοντος. Είναι ενδεικτικό ότι οι σημαντικότεροι αντίπαλοι οραμάτων όπως αυτό του Μπιλ Γκέιτς για ένα νέο παγκόσμιο κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο και της ατζέντας του Ο.Η.Ε. 2030 είναι η Ρωσία, η Σαουδική Αραβία οι Φιλιππίνες, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Βραζιλία, δηλαδή κυρίως πλούσιες σε πρώτες ύλες χώρες, που ανησυχούν για τη μετάβαση σε μια νέα τεχνολογική πολιτική οικονομία έξω από τον έλεγχό τους.

Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία είναι σε οικονομικό πόλεμο μεταξύ τους και αμφότερες σε πόλεμο εναντίον του αμερικανικού σχιστολιθικού πετρελαίου. Το ξέσπασμα του COVID-19 ενέτεινε την κρίση κι επέσπευσε τις εξελίξεις στον χώρο των υδρογονανθράκων.

Η 21η Απριλίου 2020 θα μείνει στην ιστορία ως η μέρα που ο μαύρος χρυσός κόστισε λιγότερο από το νερό της βροχής. Στο κλείσιμο του Χρηματιστηρίου Πρώτων Υλών στη Νέα Υόρκη, το βαρέλι του Δυτικού Τέξας (WTI) έπεσε στην τιμή των – 37,63 δολαρίων. Βασικός λόγος ο εγκλεισμός και η ακινησία των κοινωνιών λόγω της πανδημίας.

Στις 6 Μαρτίου, το Ριάντ ξεκίνησε τον πόλεμο ανακοινώνοντας μείωση τιμών και τον προγραμματισμό της αύξησης των εξαγωγών για τον μήνα Απρίλιο. Η Ουάσινγκτον έκπληκτη, ερμήνευσε το γεγονός σαν επιθετική πράξη απέναντι στην πετρελαϊκή της βιομηχανία, προκαλούμενη επιπλέον από έναν υποτιθέμενο σύμμαχο, ο οποίος χαίρει της στρατιωτικής προστασίας της.

Οι συνομιλίες που ακολούθησαν κατέληξαν σε μία συμφωνία, αρχικά μεταξύ των τριών μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών – ΗΠΑ, Σαουδική Αραβία, Ρωσία, η οποία κλήθηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο big Oil Deal, και συνίσταται στην ιστορική πτώση της παραγωγής – 9,7  εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα – κοντά στο 10% της παγκόσμιας παραγωγής. Η συμφωνία έγινε δεκτή από τις χώρες του G20, που συμπεριλαμβάνει σημαντικές εισαγωγικές χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραδοσιακά ενδιαφερόμενες για χαμηλές τιμές.

Για να δούμε, όμως, πώς διαμορφώνεται το πετρελαϊκό τοπίο εν μέσω πανδημίας υπό το πρίσμα των κινήτρων και των κινήσεων των σημαντικότερων δρώντων της πετρελαϊκής αγοράς.

Μετά το 1986 και το 2014, είναι η τρίτη φορά που η Σαουδική Αραβία κάνει πόλεμο τιμών – κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Απότοκο αποτυχημένης διαπραγμάτευσης με τη Μόσχα για εκατέρωθεν μείωση των τιμών, ο αντίκτυπος αυτής της πρωτοβουλίας των Σαουνταρί ήταν καταστροφικός για τις ΗΠΑ. Πρόθεσή τους – να απειλήσουν τις ΗΠΑ για να τις εξαναγκάσουν να διαπραγματευτούν ένα σημείο ισορροπίας πιο συμβατό με τα σαουδαραβικά συμφέροντα.

Η αμερικανική παραγωγή, από το 2010 έως το 2020 αυξήθηκε από το 8% στο 14% της παγκόσμιας παραγωγής, συνοδευόμενη από αλλεπάλληλα αμερικανικά εμπάργκο σε ισχυρές πετρελαιοπαραγωγές χώρες όπως το Ιράν, η Βενεζουέλα, η Λιβύη και το Ιράκ.

Η Σαουδική Αραβία παραμένει ο αρχηγός του ΟΠΕΚ και ο λόγος της αντιπροσωπεύει τα 33 εκ. βαρέλια του συνόλου των χωρών του Οργανισμού. Η θέση της αυτή της άνοιξε τις πόρτες του G20. Αυτή η εγκατάλειψη της μακροχρόνιας πολιτικής της διατήρησης των τιμών δεν θα έβλαπτε την ενότητα του ΟΠΕΚ, αν συνυπολογίσουμε τις δυσκολίες που περνάνε το Ιράκ, η Βενεζουέλα και το Ιράν; Χωρίς να αναφερθούμε στις υπόλοιπες χώρες που στην ουσία δεν αποκομίζουν κάτι από τη συμμετοχή τους στον Οργανισμό.

Οι ΗΠΑ, ζημιωμένες από την κίνηση των Σαουδαράβων αντιδρούν επιθετικά. Η διατήρηση της αποκλειστικότητας του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος στην αγορά πετρελαίου και η στρατιωτική πρωτοκαθεδρία στη Μέση Ανατολή αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την κυριαρχία της ατλαντικής υπερδύναμης στον χώρο του πετρελαίου, που εξασφαλίζουν στις ΗΠΑ ένα προνόμιο στο οικονομικό και το γεωστρατηγικό πεδίο.

Από την απόφαση των Σαουδαράβων την 6η Μαρτίου, η διοίκηση Τραμπ αποφάσισε να πολλαπλασιάσει τις πιέσεις. Οι παραγωγοί του σχιστολιθικού αμερικανικού πετρελαίου προώθησαν μία εκστρατεία η οποία αποσκοπεί σε κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας και της Σαουδικής Αραβίας, έτσι ώστε να εξαναγκάσουν αυτές τις χώρες να μειώσουν την παραγωγή τους.

Την 16η Μαρτίου 2020, 13 ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές υπέγραψαν ένα γράμμα το οποίο εστάλη στον Σαουδάραβα πρίγκιπα, υπενθυμίζοντάς του την στρατηγική του εξάρτηση από την Ουάσινγκτον.

Την 9η Μαϊου, η αμερικανική διοίκηση ανακοίνωσε τον αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας από τις μπαταρίες των πυραύλων Patriot. Αυτό ίσως και να ήταν η αιτία της μείωσης από πλευράς Σαουδαράβων κατά 1 εκ. βαρελιών/μέρα της παραγωγής τους, γεγονός χωρίς σημαντικά αποτελέσματα στις τιμές.

Οι Ρώσοι, εκτός από τις αμερικανικές κυρώσεις που υφίστανται: εμπάργκο σε τεχνολογίες αιχμής σχετικές με το σχιστολιθικό, κυρώσεις στις εταιρίες που συμμετέχουν στη δημιουργία του αγωγού φυσικού αερίου Northstream, οικονομικές κυρώσεις στις τράπεζες που χρηματοδοτούν την εξόρυξη στα κοιτάσματα της χερσονήσου του Λαμάλ, εκτρέφουν μέσα τους ένα ισχυρό προαίσθημα – φοβούνται ότι θα δουν την αποβίβαση του σχιστολιθικού αμερικανικού πετρελαίου στην ευρωπαϊκή αγορά – πιθανότατο σενάριο αν λάβουμε υπόψη μας κινήσεις όπως αυτή της δημιουργίας αγωγού επαναεριοποίησης του σχιστολιθικού αερίου που θα φτάνει υγροποιημένο από τις ΗΠΑ στην Αλεξανδρούπολη.

Σε ό,τι έχει να κάνει με τη Ρωσία, ακόμα και αν οι Ρώσοι υπεύθυνοι ισχυρίζονταν ότι προσαρμόστηκαν στην τιμή των 42 δολ. / βαρέλι, το Κρεμλίνο δεν μπορεί να αντισταθεί μακροπρόθεσμα σε έναν πόλεμο τιμών. Από πού, λοιπόν, προκύπτει αυτή η μεταστροφή της Μόσχας, που εντέλει δέχτηκε να μειώσει την παραγωγή της κατά 2,5 εκ. βαρελιών/μέρα; Η Ρωσία πληρώνει, λοιπόν, ακριβά το big Oil Deal. Για πρώτη φορά μέσα στην ιστορία του ΟΠΕΚ+, οι προσπάθειές της έχουν τη συγκατάθεση της Σαουδικής Αραβίας. Τίμημα αναγκαίο για την παγίωση του μεριδίου της στην αγορά στο μέλλον; Για να εξαναγκάσει τους Αμερικανούς να μοιραστούν το φορτίο της υπεράσπισης των τιμών; Για την άρση των αμερικανικών κυρώσεων;

Η ξαφνική αλλαγή της Μόσχας αποτελεί μία άλλη έκφανση του δισταγμού των μεγάλων παραγωγών απέναντι στην εναλλακτική στρατηγική της ελεύθερης αγοράς ή της ρύθμισης. Σαουδάραβες και Ρώσοι αφέθηκαν στο δέλεαρ του αχαλίνωτου ανταγωνισμού πριν υποχωρήσουν μπροστά στη διαφαινόμενη καταστροφή. Το επεισόδιο των αρνητικών τιμών έδωσε μία πρόγευση γι’ αυτό που θα ήταν ο κόσμος χωρίς το δίκτυ προστασίας του ΟΠΕΚ. Εμπνευσμένο και προωθημένο από την Ουάσινγκτον, το big Oil Deal αποτελεί ένα δειλό βήμα για μία ρύθμιση διαφορετικού τύπου. Εάν η συμφωνία αποφέρει μέσα στο 2021 μία ικανοποιητική ισορροπία – 50 δολ. το βαρέλι, αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να αποτελέσει το υπόβαθρο για έναν πιο ολοκληρωμένο μηχανισμό. Σε περίπτωση που αποτύχει να αποκαταστήσει επαρκώς τις τιμές, τα αποκλίνοντα συμφέροντα αυτών των δρώντων ενδέχεται να οδηγήσουν σε έναν ακήρυχτο πόλεμο τιμών.

Ως προς την Κίνα, οι συνέπειες της πανδημίας της δίνουν την ευκαιρία να εδραιώσει ένα προφίλ που της πήρε χρόνο να αποκτήσει. Τα τελευταία χρόνια, το Πεκίνο δραστηριοποιείται έντονα στους τομείς του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Το πετρέλαιο αποτελεί, μαζί με τον στρατιωτικό τομέα και το νόμισμα, τα αδύνατα σημεία της Κόκκινης Αυτοκρατορίας απέναντι στις ΗΠΑ, και, συνεπώς, αποτελεί μία από τις βασικές της προτεραιότητες. Οι πετρελαϊκές της εταιρίες συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες και πιο δραστήριες εκτός των συνόρων της χώρας. Η China National Petroleum, για παράδειγμα, κατέχει το 20% της Yamal LNG, η οποία εκμεταλλεύεται ένα τεράστιο κοίτασμα στον κόλπο Ob της Ρωσίας. Η θυγατρική της China National Offshore Oil Corporation εμπλέκεται, μαζί με την Total, στην ανάπτυξη των κοιτασμάτων της Νιγηρίας. Η πετρελαϊκή ζήτηση της Κίνας αυξάνεται κατά περίπου 10% / χρόνο. Επίσης, η Κίνα έχει καταστεί ο πρώτος καταναλωτής στον κόσμο, συγκεντρώνοντας το 13,5 της παγκόσμιας ζήτησης. Εκ των πραγμάτων, η πετρελαϊκή της εξάρτηση, που έως τώρα θεωρείται βασική της αδυναμία, μπορεί να αποδειχθεί ατού που θα την καταστήσει αποφασιστικό παράγοντα του πετρελαϊκού παιγνίου ως τον μεγαλύτερο καταναλωτή.

Εδώ και χρόνια, η Κίνα φρόντισε να εξασφαλίσει την προμήθειά της σε πετρέλαιο. Μέσω των Νέων Δρόμων του Μεταξιού, ενίσχυσε τους δεσμούς της με τις μεγάλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες, όπως Η Ρωσία και οι άλλες χώρες της Κεντρικής Ασίας. Κύρια αγορά των μεγάλων παραγωγών του Αραβο-Περσικού, πολλαπλασιάζει μαζί τους τις διμερείς συμφωνίες σε βαθμό που εκνευρίζει τις ΗΠΑ, οι οποίες θεωρούν ότι η περιοχή τους ανήκει αποκλειστικά. Η ποικιλία των πηγών προμήθειας επεκτείνεται επίσης στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορωνοϊού, ενώ οι ΗΠΑ απειλούσαν να φορολογήσουν τις εισαγωγές του σαουδαραβικού πετρελαίου, η Κίνα πολλαπλασίαζε τις διαβεβαιώσεις της για να παγιώσει τα συμβόλαια και να εξασφαλίσει χαμηλές τιμές. Αξιοποιώντας το μέγεθος της αγοράς της, αναπτύσσει διμερείς συνεργασίες με τις μεγάλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου και με χώρες όπως η Ρωσία, η Βενεζουέλα και το Ιράν, που βρίσκονται αντιμέτωπες με το αμερικανικό εμπάργκο.

Επιπλέον, η Κίνα επενδύει ξεκάθαρα στην ενεργειακή μετάβαση. Πρώτος επενδυτής στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κατέχοντας άνω του 50% των παγκόσμιων εγκαταστάσεων ηλιακής και αιολικής ενέργειας, κατασκευάζει το 90% των ηλεκτρικών λεωφορείων και άνω του 50% των ηλεκτροκίνητων οχημάτων παγκοσμίως.

Από τη μεριά τους, οι πλούσιες χώρες του ΠΟΕ, έχουν ήδη μειώσει την κατανάλωση πετρελαίου. Με την επιτακτικότητα της κλιματικής κρίσης, αυτή η κίνηση μάλλον θα επιταχυνθεί. Η ΕΕ έθεσε ως στόχο την σε ποσοστό άνω του 50% αντικατάσταση των υδρογονανθράκων από εναλλακτικές πηγές ενέργειας, έως το 2050, μέσα στο κυρίαρχο πνεύμα – τάση της οικολογικής μετάβασης.

Όλες αυτές οι ανακατατάξεις ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην τιμή του πετρελαίου, η οποία εμπεριέχει μία πρόσοδο. Αυτή διαμορφώνεται από τρία επίπεδα, εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες: 1. Από τη διαφοροποίηση των τιμών για γεωλογικούς λόγους, κάτι που θα γνωρίσει σίγουρα ζημίες τα προσεχή έτη, ανεξαρτήτως του πετρελαϊκού καθεστώτος. 2.  Από το γεγονός ότι πρόκειται για ένα στρατηγικό αγαθό – δύσκολα αντικαταστάσιμο ως καύσιμο για τις μεταφορές. Αυτό είναι πιθανό να αλλάξει προσεχώς με την αναβάθμιση του ρόλου άλλων πηγών ενέργειας. 3. Ο τρίτος – παγιώθηκε μετά το 1973, και αφορά τον καθορισμό των τιμών από τον ΟΠΕΚ – μία τιμολόγηση πολύ μακριά από το καθαρό κόστος παραγωγής. Ειδικά αυτός ο τρίτος παράγοντας αναμένεται να ελαττωθεί δεδομένης της απομείωσης της ισχύος του ΟΠΕΚ και του εντεινόμενου ανταγωνισμού. Για να αντιμετωπίσουν τη μελλοντική ζήτηση, οι πετρελαϊκές εταιρίες οφείλουν να κάνουν νέες επενδύσεις. Και εάν οι χώρες του ΟΠΕΚ αποφασίσουν να μην υπερασπιστούν τις τιμές, είναι βέβαιο ότι οι χώρες που διαχειρίζονται ακριβότερο πετρέλαιο θα αντιμετωπίσουν μεγαλύτερα προβλήματα. Στην περίπτωση που και αυτοί, μετά τους Αμερικανούς και τους Ρώσους, μπουν στον ανταγωνισμό για τις μελλοντικές ποσότητες πετρελαίου, τότε είναι πιθανό να εισέλθουμε σε μία εποχή όπου οι τιμές του πετρελαίου θα τείνουν να ευθυγραμμίζονται με τις χαμηλότερες – σπρώχνοντάς τες σε ένα «κανονικό» επίπεδο της τάξης των 20 με 25 δολαρίων, αντί, όπως συμβαίνει σήμερα, να ρυθμίζονται βάσει των πιο υψηλών – του σχιστολιθικού αμερικανικού πετρελαίου, το οποίο απαιτεί ένα κατώτατο όριο της τάξης των 40 με 50 δολαρίων για να είναι όντως προσοδοφόρο.

Ωστόσο, αυτή η πτωτική τάση απογοητεύει τους υπερασπιστές του κλίματος, διότι βλέπουν στο φθηνό πετρέλαιο ένα σοβαρό ρίσκο για την αποδοτικότητα των προγραμμάτων της ενεργειακής μετάβασης. Ως εκ τούτου, στο μέλλον ενδέχεται να εντατικοποιήσουν την πίεση στις κυβερνήσεις, έτσι ώστε οι δεύτερες να υπονομεύσουν αυτή την πτώση των τιμών μέσω π.χ. της αύξησης των φόρων.

Το παρόν ιστορικό επεισόδιο επιβεβαιώνει την ακύρωση της πρωτοκαθεδρίας του ΟΠΕΚ και αποτελεί την ακραία έκφραση μιας συνεχιζόμενης ασταθούς ισορροπίας που γνωρίζει η πετρελαϊκή αγορά τα τελευταία χρόνια.

Το μέλλον θα εξαρτηθεί από τον αντίκτυπο όλων αυτών των αντιτιθέμενων τάσεων στις τιμές. Όμως, η παρούσα κρίση μας έδειξε ότι ο ανταγωνισμός μπορεί να πάρει διαφορετικά πρόσωπα. Δίχως αμφιβολία, οι πρωταγωνιστές αντιλήφθηκαν ότι είναι προτιμότερoς ο έλεγχος μέσω μίας ελάχιστης ρύθμισης από την παράδοση σε έναν αχαλίνωτο ανταγωνισμό χωρίς κανόνες.

Σε αυτή τη συνθήκη σύγχυσης, ανακατάταξης και τεχνολογικής έκρηξης, όπου οι συσχετισμοί δυνάμεων αλλάζουν και μία νέα σχέση του ανθρώπου με τη φύση εκκολάπτεται, η περιοχή μας – Νοτιοανατολική Μεσόγειος ζει στον αστερισμό της μελλοντικής εξόρυξης των υδρογονανθράκων, αποτελώντας μία εκ των 15 περιοχών του κόσμου, που με τις ίδιες τεχνολογίες και τα ίδια προγράμματα επενδύσεων υπάρχει ελπίδα να βρεθεί κάτι σημαντικό. Για την ακρίβεια, στη συγκεκριμένη περιοχή υπάρχουν 25 στόχοι πιθανών κοιτασμάτων. Η Ελλάδα θα αποτελέσει το ενδιάμεσο στάδιο του αγωγού EAST MED, του αγωγού που, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα προμηθεύει την Ευρώπη, αλλά και τη λεκάνη της Μεσογείου με το φυσικό αέριο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, γεγονός που έχει ερεθίσει ιδιαίτερα και την γείτονα Τουρκία. Προς το παρόν, το πλέγμα διακίνησης φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, από τις πηγές άντλησης και μέσω των αγωγών μεταφοράς, είναι διαμορφωμένο και εξελίσσεται στο πλαίσιο του ρωσικού αερίου, του αμερικανικού υγροποιημένου σχιστολιθικού και του προερχόμενου από την Κασπία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική αντίστοιχου αερίου. Ποια, λοιπόν, οφείλει να είναι η στρατηγική μίας χώρας σαν την Ελλάδα, που επιθυμεί να επωφεληθεί από την ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην θαλάσσια περιοχή της, χωρίς όμως να διαρρήξει τις διπλωματικές της σχέσεις – συμμαχίες με τους μεγάλους παίκτες του ενεργειακού παιγνίου, σε μία εποχή που στο αιωνόβιο τραπέζι του παιγνίου αυτού μοιάζουν να ρίχνονται οι τελευταίες ζαριές;

Το παρόν είναι ρευστό και περίπλοκο και το μέλλον μοιάζει μετέωρο και αντιφατικό. Το δράμα της εξέλιξης εξακολουθεί να υπακούει στη διπολική οντολογία της άνθησης – καταστροφής, λειτουργώντας στη λογική της φωτιάς που είναι λάμψη και στάχτη. Πώς θα διαγραφεί το μέλλον του μαύρου χρυσού σε αυτό το τραγικό σχήμα;

Εδώ το Μέρος Α’ >>>


Για το παρόν άρθρο χρησιμοποιήθηκαν τα ακόλουθα έργα:

  • Hicham Alaoui, «Une idéologie compromise par l’exercice du pouvoir, Échec de l’utopie islamiste», Le Monde diplomatique, Paris, novembre 2018.
  • Sadek Boussena, «Après la guerre des prix entre pays producteurs. Pétrole, accord et désaccords.», Le Monde diplomatique, Paris, juin 2020.
  • Eric Laurent, La face cachée du pétrole, Editions Plon, 2006.
  • Daniel Yergin, The Prize: The Epic Quest for Oil, Money, and Power, Simon & Schuster, 1990.
  • Peter Dale Scott, The road to 9/11. Wealth, Empire, and the Future of America, University of California Press, 2007.
  • Zbigniew Brzezinski, The Grand Chessboard: American Primacy and Its Geostrategic Imperatives, Basic Books, 1997.
  • Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Εισαγωγή στην Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου, Πατάκης, Αθήνα, 2010.
Categories
Articles

Βιογραφώντας τον μαύρο χρυσό το 2020 – μια συμφωνία που φτάνει στο τέλος της; (Μέρος Α’)

“Η μεν φωνή, φωνή Ιακώβ, αι δε χείρες, χείρες Ησαύ”

Παλαιά Διαθήκη, Γένεσις

Αίμα και πυρ, το πετρέλαιο κινεί και θερμαίνει το σώμα της ανθρωπότητας για πάνω από έναν αιώνα. Είναι από τις ελάχιστες φορές, μέσα στην Ιστορία, που μία πρώτη ύλη διαμορφώνει, σε τέτοιο βαθμό, το ιστορικό γίγνεσθαι, καθορίζοντας, μαζί με την οικονομία, την ίδια την ύπαρξη και την πορεία χωρών, κοινωνιών και ατόμων. Η ιστορία του μαύρου χρυσού αντανακλά την πολυδιάστατη και αμφίσημη φύση της παγκόσμιας κοινωνικοοικονομικοπολιτικής παρτιτούρας. Μέσα στις σελίδες της πλούσιας βιογραφίας του, ο εφευρετικός νους συνεργεί με τα βρώμικα χέρια, η δημιουργικότητα συνομιλεί με την καταστροφή, η επιστήμη συναντά την κερδοσκοπία, η αίγλη και η υποκριτικότητα της πολιτικής και της υψηλής διπλωματίας συνυπάρχουν με τις λεπτές επιχειρήσεις των μυστικών υπηρεσιών και την ωμότητα του υποκόσμου, η πρόοδος συναιρείται με το σκοτάδι, το έγκλημα με τον Θεό. Θαύμα και τραύμα, ευλογία και κατάρα για τις περισσότερες χώρες – κοινωνίες, από τη γη των οποίων αναβλύζει, το πετρέλαιο συνυφαίνεται άμεσα με την στρατηγική και τον πόλεμο, και ως μέσο και ως διακύβευμα.

Μέρος 1ο: 1860 – Β’ΠΠ

Ουβερτούρα – ο χορός των αρπακτικών

Χρειάστηκαν, λοιπόν, πάνω από 500 εκατομμύρια χρόνια στη φύση για να δημιουργήσει το πετρέλαιο και μόλις 150 περίπου χρόνια στον άνθρωπο για να το εξαντλήσει σε σημαντικό βαθμό. Αν και ο κατ’ εξοχήν αιώνας του πετρελαίου είναι ο 20ος, οι βασικές επιστημονικο-τεχνολογικές αλλαγές που επισηνέβησαν το δεύτερο μισό του 19ου, προοικονομούν τη συνέχεια ενός δράματος που εξακολουθεί να εκτυλίσσεται έως και σήμερα.

Το 1859 πραγματοποιείται η πρώτη γεώτρηση πετρελαίου στην Πενσυλβανία, η οποία και σηματοδοτεί την αρχή της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Την εποχή αυτή, ο μαύρος χρυσός αντικαθιστά σταδιακά το λίπος – λάδι της φάλαινας, πρώτη ύλη που χρησιμοποιούνταν ως κυρίαρχο καύσιμο για φωτισμό, ως λιπαντικό σε τρένα, για θέρμανση, για σαπούνι και για χρώματα και βερνίκια.

Υποστηρίζοντας ότι δαπανώνται πάρα πολλά χρήματα για την άντληση πετρελαίου από το έδαφος και όχι αρκετά για την επεξεργασία του, οι αδελφοί John D. και William Rockefeller θέτουν σε λειτουργία αρκετά διυλιστήρια πετρελαίου και κηροζίνης, ιδρύοντας την περίφημη Standard Oil. Σύντομα όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών θα έχει πρόσβαση σε φθηνό πετρέλαιο και κηροζίνη. Τις δεκαετίες του 1870 και 1880 η (χαμηλού κόστους) λάμπα πετρελαίου είναι το βασικό προϊόν – οδός μέσω της οποίας το πετρέλαιο καθίσταται αναγκαία ύλη για τη μαζική παραγωγή και καθιερώνεται στη συνείδηση των καταναλωτών. Η Standard Oil, μονοπολώντας την πετρελαϊκή αγορά των ΗΠΑ, αυξάνει ραγδαία την παραγωγή της. Το 1890 υπερβαίνει τα αμερικανικά σύνορα και, πουλώντας, μαζικά, βασικά κηροζίνη (σαν καύσιμο για τις λάμπες) στην Κίνα, δημιουργεί ένα δίκτυο θυγατρικών εταιριών σε διάφορα σημεία της Σινικής αυτοκρατορίας. Επιπροσθέτως, μέσα σε αυτή τη συνθήκη διεύρυνσης, αρχίζει το φλερτ με τη Μέση Ανατολή. Η θυγατρική της  Standard Oil – Socony (αργότερα Mobil), ανοίγει τον πρώτο της σταθμό καυσίμων στην Αλεξάνδρεια, και από εκεί επεκτείνεται στην Παλαιστίνη.

Η λογική της λειτουργίας και της επέκτασης της εταιρίας των Rockfeller προεικονίζει τον καπιταλισμό του 20ου αιώνα, αφού η εταιρία τους, ξεκινώντας από μία εθνική εταιρία, έγινε μία παγκόσμια εταιρία πετρελαίου.

Βέβαια, η έκρηξη στην πετρελαϊκή ζήτηση ήρθε με την ανακάλυψη της μηχανής εσωτερικής καύσης, η οποία κατέστησε δυνατή την ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας μέσω της καύσης είτε πετρελαίου είτε βενζίνης. Το 1907 είναι το έτος γέννησης του πρώτου αυτοκινήτου μαζικής παραγωγής από το εργοστάσιο του Henry Ford, και, ως εκ τούτου, η Standard Oil στρέφεται προς τη βενζίνη. Επίσης, την ίδια εποχή η βενζινοκίνητη μηχανή αντικαθιστά το άλογο στη γεωργία με τη δημιουργία του πρώτου βενζινοκίνητου τρακτέρ. Ενώ, λοιπόν, με την ανακάλυψη του ηλεκτρισμού αρχίζει η σταδιακή αντικατάσταση των λαμπτήρων πετρελαίου, η πετρελαιοβιομηχανία βρίσκει τη δυνατότητα της εκθετικής της ανάπτυξης χάρη στην αυτοκινητοβιομηχανία.

Αυτή την εποχή η Standard Oil πρωτοπορεί στο πεδίο της βιομηχανικο-αποικιοκρατίας, επεκτεινόμενη σε περιοχές πλούσιες σε κοιτάσματα όπως το Μεξικό και η Βενεζουέλα. Μολαταύτα, πέραν των επιτυχιών των Rockfeller, την περίοδο αυτή – που εκκινεί από τα τελευταία έτη του 19ου και εκβάλλει  στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τίθενται τα θεμέλια του οικοδομήματος του γνωστού μας παγκόσμιου πετρελαϊκού γίγνεσθαι, και βλέπουν το φως της ημέρας ορισμένοι από τους κύριους δρώντες της ιστορίας του, οι οποίοι εξακολουθούν να βρίσκονται στο προσκήνιο ακόμα και σήμερα.

Συνειδητοποιώντας τις τεράστιες προοπτικές του πετρελαϊκού κλάδου, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στον Καύκασο το 1890, ο Sir Marcus Samuel σχεδιάζει και κατασκευάζει τάνκερς, που μετέπειτα θα χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά και την πώληση κηροζίνης από την Κασπία (πιο συγκεκριμένα την Caspian and Black Sea Oil Company – εταιρία  ανήκουσα στον οίκο των Rothschild). Καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, η δραστηριότητα του Samuel εκτεινόταν από το Βατούμ – πόλη πετρελαιοπαραγωγός, έως το Βόρνεο, όπου το 1897 ανακαλύφθηκε πετρέλαιο. Την ίδια εποχή, στην Ινδονησία, οι Ολλανδοί της Royal Dutch ξεκινούν τις πρώτες εξορύξεις μαύρου χρυσού. Το βασίλειο της Ολλανδικής πετρελαϊκής των  De Gelder, Kessler και Deterding αποτελούνταν από διυλιστήρια στις ολλανδικές αποικίες – Βόρεια και Νότια Σουμάτρα, Κεντρική και Ανατολική Γιάβα και ανατολικό Καλιμαντάν. Το 1902 ξεκινά η συνεργασία μεταξύ της εταιρίας του Markus Samuel, ο οποίος δραστηριοποιούνταν και στον χώρο της μεταφοράς κογχυλιών – Shell. Και από εδώ πήρε το όνομά της η εταιρία που προέκυψε το 1907 κατόπιν της συγχωνεύσεως των δύο – της μεταφορικής του Samuel – Shell Group of Companies και της ολλανδικής πετρελαϊκής Royal Dutch. Στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, η Shell αναδεικνύεται σε κύριο ανταγωνιστή της Ροκφελερικής Standard Oil, και η ισχύς της στο ολιγαρχικό πετρελαϊκό παίγνιο συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Η αδιάκοπη μέριμνα της αγγλικής στρατηγικής και πολιτικής για μη κάθοδο των Ρώσων στη Μέση Ανατολή δεν είναι άσχετη με τον ορυκτό πλούτο της περιοχής αυτής, όπως αποδείχτηκε επίσης την περίοδο αυτή των αρχών του 20ου αιώνα. Το 1901 υπογράφεται η σύμβαση D’ Arcy, μεταξύ του Άγγλου γεωλόγου William Knox D’Arcy και του Mozzafar al-Din – Σάχη της Περσίας, η οποία έδινε το αποκλειστικό δικαίωμα στην εταιρία του πρώτου για αναζήτηση πετρελαίου στην Περσία (σημερινό Ιράν). Μετά από επτά  ολόκληρα έτη αναζήτησης και, ως εκ τούτου, οικονομικής δυσπραγίας και απογοήτευσης, οι Βρετανοί D’Arcy και Burmah (της Burmah Oil Company) ανακαλύπτουν σημαντικές ποσότητες πετρελαίου το 1908. Από αυτό το έσχατο ανάβλυσμα τύχης αναδύεται το 1909, ως τέκνο της Burmah Oil Company, η Anglo-Persian Oil Company (APOC) – η μετέπειτα γνωστή σε όλους μας και ακόμα θαλερή British Petroleum (BP). Μάλιστα, το διυλιστήριο του Αμπαντάν (περιοχή του σημερινού Ιράν), δημιουργημένο από τη βρετανική εταιρία, η λειτουργία του οποίου ξεκίνησε το 1913, παρέμεινε για μισό αιώνα το μεγαλύτερο διυλιστήριο πετρελαίου στον κόσμο.

Στο πρελούδιο του Μεγάλου Πολέμου, ενώ το πετρέλαιο και τα παράγωγά του αρχίζουν να κατακλύζουν τις αγορές και να χρησιμοποιούνται για τη βιομηχανία και τις μεταφορές, σε παγκόσμια κλίμακα, η αναδυόμενη και απότομα ισχυροποιούμενη, σε όλα τα επίπεδα, Γερμανία αρχίζει να κατασκευάζει τη σιδηροδρομική γραμμή Βερολίνου – Βαγδάτης, κίνηση γεωοικονομικοπολιτικής φύσεως, αποβλέπουσα, μεταξύ άλλων, και στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της γύρω περιοχής. Επίσης, η αύξηση της ναυτικής ισχύος της αυτοκρατορίας του Κάιζερ, ωθεί τον τότε υπουργό ναυτικών Ουίνστον Τσόρτσιλ στην απόφαση να χρησιμοποιήσει μαζούτ για τον αγγλικό στόλο προς αντικατάσταση του άνθρακα. Απόφαση παράδοξη αφού έχουμε να κάνουμε με την αντικατάσταση μίας πρώτης ύλης που παράγεται εγχώρια από μία άλλη εισαγόμενη. Κίνηση που, ωστόσο, καθιστώντας πολύ πιο ταχύ το βρετανικό ναυτικό, του έδωσε σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των Γερμανών.

Το παζλ του πετρελαϊκού γίγνεσθαι αυτής της προ του Α’ΠΠ περιόδου, δε θα μπορούσε να συμπληρωθεί δίχως την αναφορά μας στον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου αυτής της περιόδου και στο πετρέλαιο του Μεγάλου Ασθενή – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1912 οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εταιρίες του χώρου αποφασίζουν τη δημιουργία της Turkish Petroleum Company (TPC), με σκοπό τη συνεργατική εξερεύνηση κι εκμετάλλευση του πετρελαίου της Μεσοποταμίας (μεγαλύτερο μέρος της οποίας ανήκει στο σημερινό Ιράκ). Ο ενορχηστρωτής αυτής της κίνησης ήταν ένας ιδιοφυής Αρμένιος, ο Calouste Sarkis Gulbenkian, οι εμβριθείς μελέτες του οποίου γύρω από το μαύρο χρυσό του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής, καθώς και η διπλωματική επιρροή του στον ίδιο τον Σουλτάνο, τον έχρησαν αρμόδιο της συγκεκριμένης διαπραγμάτευσης, και τον κατέστησαν τον πλουσιότερο άνθρωπο του τότε κόσμου, δίνοντάς του μερίδιο της τάξης του 5% της Turkish Petroleum, η οποία, λίγα χρόνια μετά το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετονομάστηκε σε Iraq Petroleum Company (IPC), εκμεταλλευόμενη το περίφημο ιρακινό πετρέλαιο.

Ο Μεγάλος Πόλεμος ήταν ο πόλεμος τους τέλους των αυτοκρατοριών. Αυτό ισχύει εμφατικά για δύο αυτοκρατορίες της εποχής: την Αυστροουγγρική (Αυτοκρατορία των Αψβούργων) και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η πυροδότηση του εθνικισμών των διαφόρων λαών – εθνοτήτων που αποτελούν το μωσαϊκό της, αποτελεί τη βασική μέθοδο αποδόμησης και διαμελισμού μίας αυτοκρατορίας. Η ανεξαρτησία τους οδηγεί σε μία νέα γεωπολιτική διαμόρφωση. Αυτό ίσχυσε και στην περίπτωση των προαναφερθεισών αυτοκρατοριών – της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής. Ο διαμελισμός της δεύτερης και η αντικατάστασή της από χειραγωγούμενα έθνη-κράτη με αναδυόμενα αστικά υποκείμενα σε Βαλκάνια και Μέση Ανατολή – γεωπολιτικών οντοτήτων ευκολότερα χειραγωγήσιμων από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, δεν είναι γεγονότα άσχετα με την εξέλιξη της ιστορίας του μαύρου χρυσού. Είναι αυτήν την εποχή που αρχίζει η συμφωνία της μεσανατολικής ψυχεδέλειας, της οποίας οι κακοφωνίες και οι δυσαρμονίες γίνονται αντιληπτές με ιδιαίτερα έντονο τρόπο ακόμα και σήμερα.

Το πετρέλαιο, λοιπόν, και η εκμετάλλευσή του συνιστά μία από τις βασικές αιτίες της αέναης βίας, της αστάθειας και της πολυπλοκότητας σε αυτήν την ευαίσθητη και πλούσια σε κοιτάσματα περιοχή.

Μπορεί η καταστροφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω της μη βιωσιμότητας και των άπειρων προβλημάτων της να ήταν μαθηματικά βέβαιη, ωστόσο ένας από τους κυριότερους στόχους των Μεγάλων Δυτικών Δυνάμεων σχετικά με την περιοχή ήταν η μη αναβίωση του χαλιφάτου. Αυτό, η Δύση, ιδιαίτερα η Μεγάλη Βρετανία, θα προσπαθούσε να το πετύχει με διάφορους τρόπους, κάποιες φορές συνδυαστικά.

Βρισκόμενοι αντιμέτωποι με κοινωνίες φαντασιακών προ-νεωτερικού τύπου, πρωταρχική επιδίωξη ήταν η μεταβολή του πυρήνα της κοινωνικοπολιτικής οντολογίας – του υπαρξιακού πυρήνα του ανήκειν και της σύστασης της έννοιας της ταυτότητας. Η υπερίσχυση του εθνικιστικού έναντι του θρησκευτικού, και η εγγραφή του ανθρώπου στον Κόσμο μέσω της αναφοράς του στο έθνος-κράτος – λογική που προάγει την ιστορικότητα, και όχι μέσω της αναφοράς του στον Θεό – Αλλάχ, κάτι που συνυφαίνεται με την υπερ-ιστορικότητα, αποτελούσε ουσιαστική επιδίωξη των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Άλλωστε, πριν εισαχθεί και επιβληθεί η ιδέα του έθνους‐κράτους στη Μέση Ανατολή από τους Ευρωπαίους, δεν υπήρχαν ούτε έθνη ούτε κράτη, αλλά τοπικές φυλές, φατρίες και θρησκευτικές κοινότητες, και βεβαίως ένα ενιαίο μεγάλο ισλαμικό χαλιφάτο, δηλαδή η γεωπολιτική εκδήλωση της κορανικής κοσμοαντίληψης.

Δεύτερος τρόπος υπονόμευσης της ενδεχόμενης δημιουργίας ενός παναραβικού χαλιφάτου ήταν και είναι η αέναη ενεργοποίηση της fitna – εγγενής τάση μέσα στον ισλαμικό κόσμο για διαίρεση κι εμφύλιο πόλεμο.

Ο εντοπισμός και η “πρόσληψη” πιστών τοπικών πληρεξουσίων, o “διορισμός” καθεστώτων και η ανάδειξη τοπικών elites αναφερόμενων σε αυτές (Μ. Βρετανία και Γαλλία) για την επίτευξη των περιφερειακών τους στόχων, ήταν ο τρίτος βασικός τρόπος διείσδυσης κι ελέγχου των περιοχών αυτών.

Ως παράδειγμα σύνθεσης των παραπάνω μεθόδων θα μπορούσε να αναφερθεί η χρησιμοποίηση, από μεριάς Μ. Βρετανίας, διαδοχικά των Sharif Hussein και Abdulaziz ibn Saud, επιχείρηση που αποσκοπούσε στον έλεγχο του Χετζάζ  (σημερινής Σαουδικής Αραβίας).

Όπως αποκαλύπτουν τα γραπτά του TE Lawrence (του θρυλικού Λόρενς της Αραβίας), ο Sharif Hussein – εμίρης της Μέκκα και επικεφαλής της φυλής των Αράβων Χασεμιτών (απόγονοι του προφήτη Μωάμεθ) ξεκίνησε το 1916 τη μεγάλη αραβική εξέγερση εναντίον των Οθωμανών, εξέγερση που ήταν, σε μεγάλο βαθμό, χρηματοδοτούμενη και υποστηριζόμενη από τους Βρετανούς. Όμως, ο Hussein, όντας οπαδός του ορθόδοξου σουνιτικού Ισλάμ, επιθυμούσε αυτονόμηση και αναβίωση χαλιφάτου στη θέση της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τιθέμενος εναντίον των σιωνιστικής, εθνοκρατικής τάσης – που προωθούσε, συν τοις άλλοις, τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ. Στην αρχή χρήσιμος και στην πορεία επικίνδυνος, ο ορθόδοξος Sharif Hussein εκθρονίζεται στη στρατηγική λογική των Βρετανών από τον ενσαρκωτή του ριζοσπαστικού, πουριτανικού δόγματος του wahhabismeIbn Saud, του γνωστού οίκου, ο οποίος, ως ενεργούμενο της βρετανικής διπλωματίας, κατέλαβε τη Χετζάζ και προώθησε τη θρησκευτικο-πολιτική σύνθεση Σαούντ – ουαχαμπισμού, η οποία ισχύει έως και σήμερα στη Σαουδική Αραβία, μετέπειτα πρώτη παγκόσμια δύναμη στον χώρο του πετρελαίου. Ωστόσο, ο έλεγχος ποτέ δεν είναι απόλυτος και αυτονόητα επιτυχής εσαεί. Το ημιχειραγωγούμενο εργαλείο μπορεί να μεταμορφωθεί σε ημιανεξάρτητο τέρας, ιδιαίτερα όταν το υποκείμενο για το οποίο μιλάμε διαθέτει εγγενείς σαρκοβόρες ροπές. Από την εποχή αυτή πηγάζουν φαινόμενα παρόντα έντονα και στον σημερινό κόσμο, τα οποία αποτελούν εκδηλώσεις της λογικής της χρησιμοποίησης της μουσουλμανικής θρησκείας ως όργανο της πολιτικής ισχύος. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη θα ευδοκιμήσει το φονταμενταλιστικό Ισλάμ του τζιχάντ, του σαλαφισμού και της μουσουλμανικής αδελφότητας.

Κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ, λοιπόν, οι βουλήσεις των δύο μεγάλων γεωπολιτικών δρώντων της εποχής, σε ό,τι έχει να κάνει με τη Μέση Ανατολή, αποκρυσταλλώνονται σε δύο πράξεις: 1. στην Αγγλο-Γαλλική μυστική συμφωνία Sykes – Picot της 16ης Μαϊου 1916, μέσα στο πλαίσιο της οποίας Αγγλία και Γαλλία αποφασίζουν τον τρόπο ρύθμισης σφαιρών επιρροής και διαμοιρασμού γεωπολιτικών ζωνών και ενεργειακών πηγών στη Μέση Ανατολή, μετά τη λήξη του πολέμου και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και  2. Στη Διακήρυξη Μπάλφουρ – με την οποία προδηλώνεται η μελλοντική δημιουργία του κράτους του Ισραήλ στην αρχαία κοιτίδα – Παλαιστίνη, κράτος – διαχρονικό όχημα παρέμβασης διάφορων τάσεων των Ατλαντιστών στην περιοχή.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στον Α’ΠΠ χρησιμοποιήθηκε, για πρώτη φορά, το πετρέλαιο ως καύσιμο – σε οχήματα, πολεμικές βιομηχανίες και στόλους, και αναγνωρίστηκε η ύψιστη σημασία του για την έκβαση του πολέμου. Ως εκ τούτου, οι Ροκφέλερ προμήθευαν με πετρέλαιο και τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Το τέλος του πολέμου βρίσκει τις αυτοκρατορίες των Αψβούργων και των Οθωμανών διαμελισμένες και τη Γερμανία ταπεινωμένη από τους Συμμάχους.

Ο μεσοπόλεμος αποτελεί μία κομβική περίοδο στην ιστορία του μαύρου χρυσού.

Με τη Συμφωνία του Σαν Ρέμο για το πετρέλαιο του 1920, οι δύο μεγάλοι της εποχής – Αγγλία και Γαλλία αποφασίζουν τον αποκλεισμό των Αμερικανών από τα κοιτάσματα της Μεσοποταμίας, με το να μην τους δοθούν ποσοστά από την Turkish Petroleum Company (TPC) – μετέπειτα Iraq Petroleum Company (IPC).

Το 1924 ιδρύεται η Γαλλική Εταιρεία Πετρελαίου (Compagnie française des pétroles (CFP)), κατόπιν της ισχυρής βούλησης του Raymond Poincaré. Ο Γάλλος πρόεδρος απέρριψε την ιδέα της συνεργασίας με την ηγέτιδα της εποχής Royal Dutch Shell, θεωρώντας ότι μία αμιγώς δημόσια γαλλική εταιρεία πετρελαίου θα ήταν ζωτικής σημασίας στην περίπτωση ενός ενδεχόμενου δευτέρου πολέμου με τη Γερμανία. Η Compagnie française des pétroles (CFP) αποτέλεσε το πρώτο στάδιο της σημερινής, γνωστής σε όλους μας, Total.

Την εποχή αυτή, οι τρεις βασικοί δρώντες, σε παγκόσμια κλίμακα, είναι οι εταιρίες: Standard Oil, Shell και BP. Κάθε φορά που ανακαλύπτεται μία καινούρια πηγή παράγεται χρηματιστηριακή υπερσυγκέντρωση. Η καρτελοποίηση είναι ένα από τα αιωνόβια χαρακτηριστικά του πετρελαϊκού γίγνεσθαι.

Την ίδια περίοδο, η Ρωσία, μετουσιωμένη από Αυτοκρατορία των Τσάρων σε Σοβιετική Ένωση, αποφασίζει την έξωση μεγάλων πετρελαϊκών, όπως η Shell, από την επικράτειά της. Κατά συνέπεια, η Shell και άλλες εταιρίες προσανατολίζονται προς το Ιράκ, πιο συγκεκριμένα στα κοιτάσματα του Κιρκούκ της Μοσούλης, όπου το 1927 αναβλύζει πετρέλαιο, και, για τον λόγο αυτό, δημιουργείται εκεί, από τους Αγγλογάλλους, ο περίφημος αγωγός που διασχίζει τη Συρία και την Παλαιστίνη για να καταλήξει στη Μεσόγειο. Την ίδια χρονιά οι Αμερικανοί καταφέρνουν, έπειτα από διαπραγματεύσεις, όπου πρωταγωνιστεί, εκ νέου, ο Αρμένιος Calouste Sarkis Gulbenkian, να λάβουν μερίδιο από το πετρέλαιο του Ιράκ.

Ένα ακόμη καθοριστικό όσο και οξύμωρο γεγονός για το μέλλον της πετρελαϊκής αγοράς είναι η εισχώρηση της αμερικανικής Standard Oil of California (SoCal) στη Σαουδική Αραβία, δηλαδή μέσα στις ζώνες επιρροής των δύο ευρωπαϊκών Μ. Δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, πριν από αυτές. Μη όντας συμβαλλόμενη στην Red Line Agreement, συμφωνία του 1928, η οποία απαγόρευε στους μετόχους της  Iraq Petroleum Company (IPC) τις ανεξάρτητες απόπειρες εξεύρεσης μαύρου χρυσού στη Μέση Ανατολή, η Ροκφελερική Standard Oil of California (SoCal), μέσω της θυγατρικής της Bahrain Petroleum Co (BAPCO), που ανακάλυψε πετρέλαιο στο Μπαχρέιν το 1932, κλείνει τη συμφωνία με την τότε κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας για εξερεύνηση πετρελαίου εντός της επικράτειάς της. Οι αμερικανικές απόπειρες τελεσφορούν το 1938 στο Dhahran, έδρα του έως και σήμερα ηγετικού κολοσσού – της Saudi Aramco. Το γεγονός πιστώνεται στον Harry St John Philby – Άγγλο προσηλυτισθέντα στο Ισλάμ, σύμβουλο του Σαουδάραβα βασιλέα Ibn Saoud.

Επίσης, την εποχή αυτή εκκινεί η μακροχρόνια συνεργατική σχέση μεταξύ Ρωσίας  (ΕΣΣΔ) και Γερμανίας στον τομέα της ενέργειας, σχέση που ισχύει έως τις μέρες μας. Το ρωσικό πετρέλαιο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανασύσταση της βιομηχανίας της ηττημένης αυτοκρατορίας που οργανώνεται μεθοδικά για να αναζητήσει την ρεβάνς έναντι των καταδυναστευτικών Συμμάχων.

Το πετρέλαιο και η μηχανή εσωτερικής καύσης γέννησαν τον πολιτισμό του αυτοκινήτου. Η αυτοκινητοβιομηχανία, κατά την περίοδο αυτή, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, ελκύει ως την έκρηξη. Η διόγκωση της χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και αυτοκινητοβιομηχανίες δεν είναι βιώσιμη κι έτσι οδηγούμαστε στο κραχ του 1929.

Οι κοινωνικο-οικονομικές αναταράξεις σε όλο τον δυτικό κόσμο σε συνδυασμό με τη μνησικακία από τον Μεγάλο Πόλεμο προδιαγράφουν τον δεύτερο πόλεμο. Και στον προσεχή πόλεμο η μηχανή θα αντικαταστήσει ολοκληρωτικά τον τροχό.

Η Γερμανία προμηθεύεται ένα μεγάλο ποσοστό του πετρελαίου της από τη Σοβιετική Ένωση. Μολαταύτα, επιδιώκοντας την ενδυνάμωση και ανεξαρτησία τους σε αυτόν τον νευραλγικό για την έκβαση του πολέμου και της ιστορικής εξέλιξης τομέα, οι Ναζί, μέσω της υπερ-εταιρίας IG Farben εισηγούνται, εν έτει 1936, ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα χημικής παραγωγής πετρελαίου. Με πρωτοβουλία του ίδιου του Hermann Wilhelm Göring, δημιουργείται ένα τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής συνθετικού πετρελαίου – με βάση τον άνθρακα. Η συγκεκριμένη πρώτη ύλη ήταν η κύρια αιτία της εισβολής στην Τσεχοσλοβακία το 1938 και της προσάρτησης της περιοχής των Σουδητών – περιοχής πλούσιας σε άνθρακα,  από τη Γερμανία. Στην αυγή του πολέμου, οι Αμερικανοί της Standard Oil στηρίζουν το γερμανικό καθεστώς, παρέχοντας πετρέλαιο και τεχνογνωσία. Ο μαύρος χρυσός αποτελεί ταυτόχρονα μέσο και στόχο των Γερμανών, που το 1941 παραβιάζουν το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολοτόφ του 1939, και εισβάλουν στη Σοβιετική Ένωση. Απώτερη επιδίωξη: τα τεράστια κοιτάσματα του Καυκάσου. Το πετρέλαιο βρίσκεται επίσης στην καρδιά της βούλησης και των Ιαπώνων, όταν το 1941 επιτίθενται στο Πέρλ Χάρμπορ, αφενός μεν ως αντίποινα για το αμερικανικό εμπάργκο πετρελαίου εναντίον τους, αφετέρου δε, αποσκοπώντας στην οικειοποίηση του πετρελαίου της Ινδονησίας.

Το 1943, στην Τεχεράνη του Σάχη (υπόπτου για φιλοναζισμό), οι σύμμαχοι (Τσόρτσιλ, Ρούσβελτ, Στάλιν) προγραμματίζουν τη συμμαχική απόβαση. Κεντρική θέση στις συνομιλίες τους κατέχει η στρατηγική πετρελαϊκού ανεφοδιασμού των συμμαχικών δυνάμεων.

Βομβαρδίζοντας τα εργοστάσια της IG Farben και τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Ρουμανίας, οι Σύμμαχοι στερούν το αίμα από το σώμα του εχθρού.

Εδώ το Μέρος Β’ >>>


Για το παρόν άρθρο χρησιμοποιήθηκαν τα ακόλουθα έργα:

  • Hicham Alaoui, «Une idéologie compromise par l’exercice du pouvoir, Échec de l’utopie islamiste», Le Monde diplomatique, Paris, novembre 2018.
  • Eric Laurent, La face cachée du pétrole, Editions Plon, 2006.
  • Daniel YerginThe Prize: The Epic Quest for Oil, Money, and Power, Simon & Schuster, 1990.